30.5.16

Ο Κόντογλου για το Βυζάντιο


Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο τὸ Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη; Παραμυθένιος κόσμος!...



Ὄχι μοναχὰ ἡ ἀρχαία πολιτεία, μὰ κι ἡ καινούρια, ὡς τοῦ σουλτὰν-Χαμὶτ τὰ χρόνια. Εἶχα γνωρίσει ἕναν χριστιανὸ Ἀνατολίτη κοσμογυρισμένον, ποὺ ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, στὴ Λόντρα, στὸ Παρίσι, στὴ Ρώμη, στὴ Νέα Ὑόρκη. «Ὅλες αὐτὲς οἱ μεγάλες πολιτεῖες, μοῦ ἔλεγε, εἶναι σπουδαῖες, μὰ σὰν τὴν Κωνσταντινόπολη δὲν ὑπάρχει ἄλλη στὴν οἰκουμένη, κι οὔτε βρίσκεται στὸν ντουνιὰ τέτοια ἐπίσημη ἀρχοντικιὰ καὶ βασιλικὴ πολιτεία».

Στὰ χρόνια τῶν Βυζαντινῶν «ἡ βασιλεύουσα Πόλις» θὰ εἶχε μιὰ ἐξωτικὴ κι ἀλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τροῦλλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στὴ βλογημένη αὐτὴ ἀφεντοπολιτεία. Στὴ μέση στεκότανε, σὰν ἥλιος, ἡ Ἁγιὰ Σοφιά, καὶ γύρω της ἤτανε σκορπισμένες οἱ ἄλλες ἐκκλησίες μὲ τοὺς χρυσοὺς κουμπέδες, σφαῖρες οὐράνιες, ποὺ λὲς καὶ γυρίζανε γύρω στὸν ἥλιο. Δὲν φαινόντανε πὼς ἤτανε κτίρια κανωμένα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ σὰν νὰ κατεβήκανε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ σταθήκανε ἀπάνω στὴ γῆ. Κι ἀπὸ μέσα ἤτανε καταστολισμένες μὲ ψηφιά, μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα, μὲ σμάλτα, μὲ ζωγραφιές, ποὺ θαρροῦσε κανένας πὼς μπαίνει σὲ οὐράνια παλάτια. Εἴχανε δίκιο οἱ παλιοὶ Κινέζοι ποὺ λέγανε πὼς αὐτὰ τὰ κτίρια ἤτανε «κάποια παλάτια μεγάλα καὶ λαμπερά, ποὺ ἀπὸ μέσα μοιάζανε σὰν τὰ χρυσὰ φτερὰ τοῦ φασιανοῦ τὴν ὥρα ποὺ πετᾶ».

Ἀνάμεσα στὶς ἀκαταμέτρητες ἐκκλησιές, στὰ παλάτια καὶ στὰ μοναστήρια, ποὺ σκεπάζανε ἀνεξερεύνητα μυστήρια, ἤτανε χτισμένα τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀμέτρητα παζάρια ποὺ μερμήγκιαζε ὁ κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τὰ χάνια, τὰ μαγαζιά, φωλιὲς γεμάτες ζωὴ καὶ κίνηση. Ἐδῶ κι ἐκεῖ πρασινίζανε κάποια περιβόλια μὲ ψηλὰ δέντρα μέσα στὴν πολιτεία, μὰ ἕνα γύρω τὴ ζώνανε, σὰν ὁλόδροσο στεφάνι, ἀνθισμένοι κῆποι, δάση μὲ πλατάνια, μὲ δρῦς, μὲ κυπαρίσσια, μὲ καβάκια (λεῦκες), ποὺ ρίχνανε τὸν πυκνὸ ν ἴσκιο τους ἀπάνω σὲ ξωτικὰ κιόσκια, σὲ βρύσες μὲ κρυσταλλένια νερά, ἐνῶ ἀπὸ παντοῦ χλιμιντρούσανε χαρούμενα τὰ λυγερὰ ἄτια (ἄλογα) τῆς Ἀνατολῆς, κι ἀκουγόντανε κάτι τραγούδια ποὺ μοιάζανε μὲ ψαλμῳδίες. Ἀνάμεσα στὰ δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια.

Μὰ σὰν γύριζε κανένας τὴ ματιά του κατὰ τὴ θάλασσα, εὐφραινότανε ἀκόμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ πανόραμα. Ὁ Βόσπορος, αὐτὸς ὁ ἐξαίσιος θαλασσινὸς ποταμός, δρόσιζε μὲ τὰ νερά του τὰ πόδια τῆς πολιτείας, ρεματίζοντας ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν καταπράσινη Ἀνατολή, μὲ τὴ Χρυσούπολη καὶ μὲ τὰ παλάτια ποὺ παραθερίζανε οἱ Κωνσταντινουπολίτες. Ὅπου νὰ στεκότανε ἄνθρωπος ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μαγικὸ θέαμα, τὶς ἥμερες ἀκρογιαλιὲς τοῦ μπογαζιοῦ ἀνάμεσα στὰ δέντρα ποὺ βουΐζανε ἀπὸ τὸ γλυκὸ φύσημα τ᾿ ἀγεριοῦ. Ἀκαταμέτρητο πλῆθος ἀπὸ καράβια λογιῶν λογιῶν, ἀπὸ βάρκες, ἀπὸ μαοῦνες, ἀπὸ καΐκια, ἀπὸ μπιαντάδες, ἀρμενιζανε παντοῦ, ἀλλὰ μὲ πανιὰ κι ἀλλὰ μὲ κουπιά. Τὰ λιμάνια ἤτανε γεμάτα ἀπὸ καράβια ἀραγμένα στοὺς μόλους ἢ φουνταρισμένα ἀνοιχτά. Κάστρα θεόρατα, τρίδιπλα κι ἀκατάλυτα, ζώνανε τὴν ἀξετίμητη πολιτεία, ἀπὸ στεριὰ κι ἀπὸ θάλασσα, μὲ χίλιες καστρόπορτες, μ᾿ ἀμέτρητες τάμπιες καὶ πύργους, ὅλα ἀρματωμένα καλὰ μὲ στρατό, μὲ βάρδιες ποὺ ξαγρυπνούσανε.

Τὸ Σαββατόβραδο, κατὰ τὸ δειλινό, ἡ ἀτμόσφαιρα γέμιζε ἀπὸ τὴ γλυκειὰ βουὴ ποὺ κάνανε χιλιάδες καμπάνες καὶ ποὺ ἀνέβαινε σὰν ψαλμωδία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πολιτεία, ἀπὸ τὴ Νέα Σιών, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Πανηγυρικὴ μεγαλοπρέπεια! Μοναχὰ τὸ Βυζάντιο κατέβασε στὴ γῆ τὴν οὐράνια ἁρμονία.

Γιὰ τοὺς Βυζαντινούς, ἡ πατρίδα τοὺς ἤτανε ἡ Κιβωτὸς τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, καὶ εἴχανε πόθο νὰ τραβήξουνε μέσα σ᾿ αὐτὴ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, καὶ νὰ τὰ σώσουνε φωτισμένα ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Γι᾿ αὐτό, ἕνας αὐτοκράτορας μιλώντας στοὺς στρατηγούς του ποὺ πηγαίνανε νὰ πολεμήσουνε καταπάνω σὲ βάρβαρους λαούς, τοὺς παράγγελνε νὰ φέρνονται μὲ εὐσπλαγχνία στοὺς νικημένους καὶ νὰ μὴν τοὺς βιάζουνε νὰ πληρώνουνε φόρους. «Ἐμεῖς, ἔλεγε, δὲν θέλουμε νὰ σκλαβώσουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἡ δόξα μας κι ἡ τιμή μας εἶναι νὰ γίνουνε εὐτυχισμένοι κι ἐλεύθεροι μαζί μας». Ὅσοι ἀλλόθρησκοι πηγαίνανε στὴν Πόλη ἀπὸ ξένες χῶρες ἀπορούσανε πὼς γινότανε οἱ χριστιανοί, ποὺ εἴχανε τέτοια πλούσια καὶ μεγαλόπρεπη πολιτεία, νὰ λατρεύουνε γιὰ θεό τους ἕναν ταπεινόν, τυραννισμένον, καρφωμένον ἀπάνω σ᾿ ἕνα ξύλο, ἐνῷ περιμένανε νὰ δοῦνε νὰ προσκυνᾶνε κάποιο εἴδωλο χρυσοντυμένο, μὲ περήφανη ὄψη, μὲ κορμὶ γίγαντα.

Στὸ Βυζάντιο ἡ θρησκεία βασίλευε ἀπάνω σὲ ὅλα. Μὲ ὅλη τὴ ζωηρὴ δραστηριότητα ποὺ εἴχανε οἱ Βυζαντινοὶ στὰ ἐγκόσμια, ἡ σκέψη τους κι ἡ καρδιά τους ἤτανε πάντα γυρισμένη στὴν ἄλλη ζωή, στὴν αἰώνια ζωή. Στὸ νοῦ τους εἴχανε μέρα νύχτα τὰ λόγια του Παύλου: «Οὐ γὰρ .εχομεν ὦδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Τούτη ἡ ἀφοσίωση στὴ μέλλουσα ζωή, στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔκανε ὥστε καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους νὰ πάρει κάποιον χαρακτῆρα αἰωνιότητας, σὰν μιὰ ἀτελὴς προεικόνιση «ἐκείνου τοῦ καινοῦ αἰῶνος, τοῦ θαυμαστοῦ». Ὄχι μοναχὰ τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματά τους, μὰ καὶ τὰ κοσμικά, εἴχανε χαρακτῆρα λειτουργικόν. Γιὰ ὅποιον εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσει καλὰ τί εἶναι αὐτὸ τὸ «λειτουργικό», ποτὲς ἄλλη φορὰ ἡ ὁμαδικὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔφταξε σ᾿ ἕνα τέτοιο πνευματικὸ ὕψος. Ὅσοι θελήσανε καὶ θέλουνε νὰ κρίνουνε τὸ Βυζάντιο μὲ τὸν συνηθισμένον χονδροειδῆ ἀντιπνευματικὸν τρόπο καὶ μὲ τὶς γνωστὲς ἀνόητες εὐφυολογίες, καὶ νὰ τὸ γελοιοποιηθοῦνε σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ὀνομάζουνε «βυζαντινισμὸ» κάθε ἀφηρημένη συζήτηση καὶ οὐτοπία, αὐτοὶ φανερώνουνε μ᾿ αὐτὸ πόσο ἀνίδεοι εἶναι ἀπὸ ἀληθινὴ πνευματικότητα, μὲ ὅλους τοὺς ψεύτικους τίτλους τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ποὺ εἶναι στολισμένοι.

Τὸ Βυζάντιο εἶναι πολὺ λεπτὸ πρᾶγμα γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ πιάσουνε τὰ χοντροκανωμένα ἐργαλεῖα τους. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ἀνάμεσα στὰ ψεύτικα καὶ ἐλεεινὰ παραμορφωμένα ὁμοιώματά της, ποὺ τὰ φτιάξανε λαοὶ βάρβαροι καὶ ὑλιστές, ἀνίκανοι νὰ τὴν καταλάβουνε καὶ νὰ τὴν αἰσθανθοῦνε. Γιὰ τοῦτο, τὸ Βυζάντιο κρίνεται ἀπὸ τοὺς λεγόμενους σοφοὺς τοῦ κόσμου ὅπως κρίνεται τὸ Εὐαγγέλιο, δηλ. σὰν μωρία, μπροστὰ στὴ δική τους γνώση, κι ἡ γνώμη τους ἴσια-ἴσια, πὼς τὸ Βυζάντιο εἶναι «μωρία», πιστοποιεῖ πὼς ἀληθινὰ στάθηκε ἡ Νέα Σιών, ἡ ἔμψυχος κιβωτός, ποὺ μέσα σ᾿ αὐτὴ φυλάχθηκε ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους πὼς θὰ γίνουνε τέκνα του, καὶ «ἡ μακαρία ἐλπὶς τῆς αἰωνίου ζωῆς». Ὅσο νοιώσανε οἱ ὑλικοὶ ἄνθρωποι τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ γιὰ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἄλλο τόσο νοιώσανε κι οἱ ἱστορικοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες τῆς κοσμικῆς γνώσης, «οἱ συζητηταὶ τοῦ αἰῶνος τούτου» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, τί εἶναι τὸ Βυζάντιο.

Νά, τί λέγει ὁ Παῦλος γιὰ τὴν ψεύτικη σοφία τους καὶ γιὰ τὴν ἀληθινή του Θεοῦ: «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι, καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν». «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενωμένα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς καὶ τὰ μὴ ὄντα (τὶς οὐτοπίες καὶ τὶς θρησκοληψίες), ἵνα τὰ ὄντα (τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες, τὸν ὀρθολογισμό, καὶ τὴν ἐμπειρικὴ γνώση) καταργήσῃ». «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τὸν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων. Ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν τοῦ θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν, ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν». (Νομίζει κανεὶς πὼς αὐτὰ τὰ λόγια τὰ λέγει τὸ Βυζάντιο). «Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω. Εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός. Ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου, μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ. Ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί. Ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι».

Ἀπάνω στὸ Βυζάντιο ἤτανε γραμμένος ὁ λόγος τοῦ Παύλου: «ὁ καυχώμενος, ἐν Κυρίῳ καυχάσθω». Ὅλες οἱ καρδιές, ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ ὡς τὸν πιὸ φτωχὸν καντηλανάφτη ἡ βαρκάρη, ἡ στρατιώτη ἢ ξωχάρη, αὐτὰ τὰ λόγια εἴχανε μέσα. Ἡ προσευχὴ ἤτανε ἡ ζωή τους. Κι ἡ τυπικὴ ἀκόμα εὐσέβεια σὲ κάποιους αὐτοκράτορες ἢ ἄρχοντες, δείχνει πὼς ὑποταζόντανε στὸν πνευματικὸ νόμο τῆς θρησκείας κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤτανε σὲ θέση νὰ τὸν νοιώσουνε καὶ νὰ εὐφρανθοῦνε ἀπὸ τὴ γλυκύτητα «τοῦ ζῶντος ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲ μπορούσανε νὰ νικήσουνε τὴ φυσικὴ κακία τους, ἤτανε εὐλαβεῖς, ἕνα πρᾶγμα παράδοξο.

Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἔκανε κάθε μέρα τὴν προσευχή του, καὶ στὸν πόλεμο φοροῦσε ἀπὸ μέσα, κάτω ἀπὸ τὸν θώρακά του ἕνα παλιόρασο τοῦ θείου του ἀσκητῆ Γεωργίου τοῦ ἐν τῷ Μαλεῷ ποὺ εἶχε ἁγιάσει, γιὰ νὰ τὸν φυλάγει. Ὁ Ἀλέξιος Κομνηνὸς ὅποτε ἤτανε νὰ πάγει σὲ καμμιὰ ἐκστρατεία, ἔβαζε τὰ πολεμικὰ σχέδιά του κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, κι ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε γονατιστὸς ἀπάνω στὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱεροῦ, καὶ τὸ πρωὶ ἔπαιρνε τὸ σχέδιο ποὺ ἔβγαινε κάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα τῆς ἁγίας Τράπεζας, γιατὶ πίστευε πὼς τοῦ τὸ ἔδινε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Ὁ Ἰωάννης Τσιμισκὴς γονάτιζε σὰν παιδὶ μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας παρακαλώντας μὲ δάκρυα νὰ τοῦ δώσει ὁ θεὸς ἕναν ἄγγελο φύλακα ποὺ νὰ τὸν φωτίζει κατὰ τὸν πόλεμο.

Ὅσο σφίγγεται τὸ Βυζάντιο ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, κι ὅσο ἡ ψυχὴ ὑποφέρνει καὶ πονᾷ, τόσο γυρίζει τὰ μάτια του κατὰ τὸν οὐρανό. Ὁ βασιλιὰς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις σύνθεσε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα στὴν Παναγία, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ συντριβή, ταπείνωση καὶ πίστη. Ὁ Λέων ὁ Σοφὸς ἐποίησε τὰ ἐξαίσια Ἑωθινὰ ποὺ τὰ ψέλνουνε στὸν Ὄρθρο κάθε Κυριακὴ κι ὁ γυιός του Κωνσταντῖνος φιλοτέχνησε τὰ Ἐξαποστειλαρια. Κι ἄλλοι πολλοὶ βασιλιάδες ψέλνανε ἢ ὑμνογραφούσανε. Ἄλλα κι οἱ ὁμιλίες ποὺ κάνανε στοὺς στρατιῶτες καὶ στὸν λαό, εἴχανε κι ἐκεῖνες ὕφος θρησκευτικὸ κι ἤτανε γεμάτες εὐλάβεια καὶ πίστη. Ὁ πικραμένος λόγος ποὺ ἔβγαλε ὁ τελευταῖος βασιλιὰς τοῦ Βυζαντίου, Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ἤτανε σὰν νεκρώσιμο τροπάρι. Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ προεικόνιση ἀπάνω στὴ γῆ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅσο ἤτανε δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια μέσα στὸν κόσμο τῆς φθορᾶς.

Σὰν μπήκανε οἱ Σταυροφόροι σ᾿ αὐτὴ τὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δὲν καταλάβανε τίποτα ἀπὸ τὸν μυστικὸν πλοῦτο ποὺ ἔκλεινε μέσα της, μ᾿ ὅλο ποὺ λεγόντανε Χριστιανοί. Αὐτοὶ θαμπωθήκανε ἀπὸ «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηριοῦ καὶ τῆς παροψίδος», ἀπὸ τὰ κτίρια, ἀπὸ τὰ πλούτη της, ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα ποὺ κρύβανε ἀπὸ κάτω τους τὰ πνευματικὰ μυστήρια, ὅπως ἡ στολὴ τοῦ ἀρχιερέως συμβολίζει, μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὶς πολύτιμες πέτρες, τὴν πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια τῆς λατρείας. Ἐκεῖνοι οἱ βάναυσοι τυχοδιῶκτες κυττάζανε μὲ λαιμαργία τὰ ἀκριβὰ στολίσματα τῆς Πόλης, καὶ θέλανε νὰ τ᾿ ἁρπάξουνε γιὰ νὰ τὰ φᾶνε.

Ποῦ νὰ καταλάβουνε πὼς ἐκείνη ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ ἤτανε ἐκκλησιὰ τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ. Κανωμένη κατὰ τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, ποὺ τὸν στόλισε μὲ ὅ,τι ἀκριβὸ καὶ θαυμαστὸ εἶχε ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ τιμήσει τὸν Θεό. Ποῦ νὰ καταλάβουνε ἐκείνη τὴν ἀρχιτεκτονική, ἐκείνη τὴν ἁγιογραφία, τὰ σκεύη, τὴν ψαλμῳδία, τὴν ὑμνῳδία, ποὺ ὅλα ἤτανε ἦχοι ποὺ βγαίνανε ἀπὸ σάλπιγγες πνευματικές. Αὐτοὶ ἅρπαξανε τὰ μαλάματα, τὰ δισκοπότηρα, τ᾿ ἀρτοφόρια, τὰ ἄμφια, τὰ καπάκια ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια, ἀκόμα καὶ τὰ χρυσὰ ψηφιὰ ἀπὸ τοὺς τοὺς τοίχους. Τὰ βιβλία, ποὺ εἶχε μυριάδες, τὰ κυττάζανε μὲ ἀπορία, σὲ τί θὰ μπορούσανε νὰ χρειασθοῦνε, καὶ τὰ πετούσανε. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ ἐξαίσια εἰκονίσματα, ἔργα ἀξετίμητα, τὰ καίγανε ἀπὸ φανατισμό, ἢ λιανίζανε κρέας ἀπάνω τους. Τέτοιος εἶχε καταντήσει ὁ Χριστιανισμὸς σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὑλόφρονες βαρβάρους, ποὺ καταβρωμίζανε τὴν πηγὴ ἀπ᾿ ὅπου τὸν πήρανε.

Γστερα ἀπὸ αἰῶνες οἱ ἀπόγονοί τους ἡμερέψανε, χτίσανε μεγάλες πολιτεῖες, ἀνοίξανε πανεπιστήμια, κάνανε βιβλιοθῆκες, μουσεῖα, ἀκαδημίες. Μὰ μὲ ὅλα αὐτά, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσουνε πάλι τί εἶναι τὸ Βυζάντιο, ὄχι στὴν ἐξωτερική του δψῆ, ἀλλὰ στὴ βαθειὰ οὐσία του, τὴν πνευματική. Γι᾿ αὐτοὺς εἶναι κεκλεισμένη ἡ Πύλη ἡ κατὰ Ἀνατολάς. Γιατὶ ἐργάζονται «διὰ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην», ἐπειδή, κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, «ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς, ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ». Ἐρευνοῦν ἐξωτερικὰ μὲ «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτῶν», χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ πᾶνε πιὸ βαθειὰ ἀπ᾿ ὅ,τι νοιώθουνε οἱ σαρκικὲς αἰσθήσεις. Δὲν ἔχουνε «πνευματικὸν ὀφθαλμόν, οὔτε πνευματικὸν οὖς» καὶ «ψηλαφοῦσι τοῖχον ἐν τῷ σκότει». Οὔτε κὰν ὑποπτεύονται, μέσα στὴν ἀλαζονεία τους, πὼς ὑπάρχει τίποτα «τὸ τιμιώτατον», κάτω ἀπὸ τὴν ταφόπετρα ποὺ τὴν ψάχνουνε καὶ ποὺ τὴ μελετοῦνε μὲ τὸ ἐγκόσμιο σύστημά τους. Δὲν ἔχουνε αὐτὶ γιὰ νὰ ἀκούσουνε «τοὺς ἀλαλήτους στεναγμοὺς τοῦ Πνεύματος», ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ νεκρὰ καὶ ξερὰ κόκκαλα ποὺ σκαλίζουνε σὰν τυμβωρῦχοι.

Ἕνας ἅγιος γράφει: «Αἰσχρόν ἐστι τοὺς φιλοσάρκους περὶ τῶν πνευματικῶν πραγμάτων ἐρευνῆσαι, ὥσπερ καὶ πόρνην περὶ σωφροσύνης λαλῆσαι. Οἱ ἔχοντες τὴν πεποίθησιν αὐτῶν ἐν τοῖς σαρκικοῖς, οἱ τοιοῦτοι ὡς ἐν νυκτομαχίᾳ διάγουσι, καὶ σκότος ψηλαφοῦσιν, ἔξωθεν ὄντες τῆς χώρας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φωτός. Ἐκείνη γὰρ ἡ χώρα τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ταπεινόφροσι, καὶ τοῖς καθαρίσασι τὰς ἑαυτῶν καρδίας κεκλήρωται».

Τὸ Βυζάντιο εἶναι ὅπως «ἡ Ἱερουσαλὴμ καὶ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ,ἡ ἐντὸς ἡμῶν κεκρυμμένη. Αὐτὴ ἡ χώρα νεφέλη ἐστὶ τῆς δόξης τοῦ θεοῦ, εἰς ἣν μόνον οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ εἰσελεύσονται τοῦ θεάσασθαι τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου καὶ καταυγασθῆναι τοὺς νόας αὐτῶν διὰ τῆς ἀκτῖνος καὶ λαμπηδόνος τοῦ φωτὸς
Αὐτοῦ».


Φώτης Κόντογλου - Μυστικὰ Ἄνθη, Ἀθήνα 1992, δ´ ἔκδοση, Ἀστήρ, σελ. 93‐99.
(Φωτ. Τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης, Φώτης Κόντογλου).

7.3.16

Μπόρχες: ταξινόμηση ζώων

Ένα κείμενο του  Μπόρχες (Jorge Luis Borges, 1899-1986) από το δοκίμιο «Η αναλυτική φιλοσοφία του Τζων Ουίλκινς», 1942.

Αυτές οι αμφιλογίες, οι πλεονασμοί κι ανεπάρκειες μας θυμίζουν αυτές που ο δόκτωρ Φραντς Κουν αποδίδει σε κάποια κινέζικη εγκυκλοπαίδεια που φέρει τον τίτλο Το Ουράνιο Εμπόριο της Αγαθής Γνώσης. Στις απόκρυφες σελίδες της είναι γραμμένο πως τα ζώα χωρίζονται σε [14] κατηγορίες:
 
α)  εκείνα που ανήκουν στον αυτοκράτορα,
β)  τα βαλσαμωμένα,
γ)  τα εκπαιδευμένα,
δ)  τα γουρούνια που θηλάζουν,
ε)   τις γοργόνες,
στ) τα μυθικά,
ζ)   τα αδέσποτα σκυλιά,
η)   αυτά που περιλαμβάνονται σε αυτή την ταξινόμηση,
θ)   εκείνα που τρέμουν σαν να έχουν τρελαθεί,
ι)   τα αναρίθμητα,
ια) τα ζωγραφισμένα με πολύ λεπτό πινέλο από τρίχα καμήλας,
ιβ) και τα λοιπά, 
ιγ) αυτά που μόλις έσπασαν ένα βάζο με λουλούδια,
ιδ) εκείνα που φαίνονται από απόσταση σαν μύγες

17.2.16

Fifth Business

Ένα κείμενο του Καναδού συγγραφέα Robertson Davies 


“Who are you? Where do you fit into poetry and myth? Do you know who I think you are, Ramsay? I think you are Fifth Business. You don't know what that is? Well, in opera in a permanent company of the kind we keep up in Europe you must have a prima donna -- always a soprano, always the heroine, often a fool; and a tenor who always plays the lover to her; and then you must have a contralto, who is a rival to the soprano, or a sorceress or something; and a basso, who is the villain or the rival or whatever threatens the tenor. 
"So far, so good. But you cannot make a plot work without another man, and he is usually a baritone, and he is called in the profession Fifth Business, because he is the odd man out, the person who has no opposite of the other sex. And you must have Fifth Business because he is the one who knows the secret of the hero's birth, or comes to the assistance of the heroine when she thinks all is lost, or keeps the hermitess in her cell, or may even be the cause of somebody's death if that is part of the plot. The prima donna and the tenor, the contralto and the basso, get all the best music and do all the spectacular things, but you cannot manage the plot without Fifth Business! It is not spectacular, but it is a good line of work, I can tell you, and those who play it sometimes have a career that outlasts the golden voices. Are you Fifth Business? You had better find out.” 

7.12.15

Ελληνικόν Χρονολόγιον

Για την Αρχαιολογική Επιστήμη, η Ελληνική ιστορία χωρίζεται σε συγκεκριμένες περιόδους που καταγράφονται στον παρακάτω πίνακα (πηγή Υπουργείο Πολιτισμού).

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟΝ

ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ -10000 π.Χ.
ΜΕΣΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 10000-περ. 6500 π.Χ.
ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 6500-περ. 3000 π.Χ.
Αρχαιότερη Νεολιθική 6500-5600 π.Χ.
Μέση Νεολιθική 5600-5300 π.Χ.
Νεώτερη Νεολιθική 5300-4500 π.Χ.
Τελική Νεολιθική ή Χαλκολιθική εποχή 4500-3200/3000 π.Χ.
ΠΡΩΤΟΕΛΛΑΔΙΚΗ - ΠΡΩΤΟΚΥΚΛΑΔΙΚΗ - ΠΡΩΤΟΜΙΝΩΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 3200/3000-2000 π.Χ.
Πρωτοελλαδική / Πρωτοκυκλαδική / Πρωτομινωική Ι .3200/3000-2600 π.Χ.
Πρωτοελλαδική / Πρωτοκυκλαδική / Πρωτομινωική ΙΙ 2600-2300 π.Χ.
Πρωτοελλαδική / Πρωτοκυκλαδική / Πρωτομινωική ΙΙΙ 2300-2100/2000 π.Χ.
ΜΕΣΟΕΛΛΑΔΙΚΗ - ΜΕΣΟΚΥΚΛΑΔΙΚΗ - ΜΕΣΟΜΙΝΩΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 2100/2000-1600 π.Χ.
Μεσοελλαδική/ Μεσομινωική Ι 2100/2000-1800 π.Χ.
Μεσοελλαδική / Μεσομινωική ΙΙ 1800-1700 π.Χ.
Μεσοελλαδική / Μεσομινωική ΙΙΙ 1700-1600 π.Χ.
ΥΣΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ 1600-1100 π.Χ.
Υστεροελλαδική / Υστερομινωική Ι 1600-1500/1450 π.Χ.
Υστεροελλαδική / Υστερομινωική ΙΙ 1500/1450-1400 π.Χ.
Υστεροελλαδική / Υστερομινωική ΙΙΙ 1400-1100 π.Χ.
Υστεροελλαδική / Υστερομινωική ΙΙΙA 1400-1300 π.Χ.
Υστεροελλαδική / Υστερομινωική ΙΙΙΒ 1300-1200 π.Χ.
Υστεροελλαδική / Υστερομινωική ΙΙΙΓ 1200-1100 π.Χ.
Υπομυκηναϊκή / Υπομινωική περίοδος 1100-1050/1025 π.Χ.
ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ («Σκοτεινοί Αιώνες») .1050/1025-700 π.Χ.
Πρωτογεωμετρική περίοδος 1050/1025-900 π.Χ.
Πρώιμη Γεωμετρική περίοδος 900-850 π.Χ.
Μέση Γεωμετρική περίοδος 850-760 π.Χ.
Ύστερη Γεωμετρική περίοδος 760-700 π.Χ.
ΠΡΩΙΜΗ ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ ή ΑΝΑΤΟΛΙΖΟΥΣΑ 700-610 π.Χ.
ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ 610-490/80 π.Χ.
Πρώιμη περίοδος 610-575 π.Χ.
Μέση περίοδος 575-530 π.Χ.
Ύστερη περίοδος 530-490/80 π.Χ.
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 490/80-323 π.Χ.
Πρώιμη Κλασική περίοδος 490/80-450 π.Χ.
Μέση / Ώριμη Κλασική περίοδος 450-400/380 π.Χ.
Ύστερη Κλασική περίοδος 400/380-323 π.Χ.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 323-31 π.Χ.
Πρώιμη Ελληνιστική περίοδος 323-275 π.Χ.
Μέση Ελληνιστική περίοδος 275-150 π.Χ.
Ύστερη Ελληνιστική περίοδος 150-31 π.Χ.
ΡΩΜΑΪΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ 31 π.Χ.-324 μ.Χ.
ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ 4ος-7ος αι. μ.Χ.
ΠΡΩΙΜΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ 324-842
ΜΕΣΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ 842-1204
ΥΣΤΕΡΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ 1204-1453
ΛΑΤΙΝΟΚΡΑΤΙΑ (Φραγκοκρατία, Ενετοκρατία) 1204-16ος αι.
ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ 1453-1821

1.12.15

Τα ποιήματα στο δρόμο

xouliaras0

 

ένα έξοχο κείμενο του Νίκου Χουλιαρά (1940-2015) από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998

 

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.

Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν. Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.

Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.

Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση». Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.

Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

11.11.15

Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μέτρησης

Στην Αρχαία Ελλάδα βασική μονάδα μέτρησης ήταν ο πους. Το μέγεθος δεν ήταν παντού και πάντοτε το ίδιο, αλλά κυμαινόταν ανάλογα με την περιοχή και την εποχή μεταξύ 0,3083 - 0,2960 μ.
Οι υποδιαιρέσεις ήταν σταθερές. Η πιο σημαντική υποδιαίρεση του ποδός ήταν ο δάκτυλος, 1/16 του ποδός ή 0,0193 μέτρα.
Τα πιο σημαντικά παράγωγα του ποδός ήταν ο πήχυς (2,5 πόδες=0,46μ) και το στάδιο (600 πόδες=περίπου 185 μέτρα).

Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μήκους
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο Ισοδύναμο
δάκτυλος   19.3 mm (0.76 in)
κόνδυλος 2 δάκτυλοι 38.5 mm (1.52 in)
παλαιστή, δῶρον 4 δάκτυλοι 77.1 mm (3.04 in)
διχάς, ἡμιπόδιον 8 δάκτυλοι 154.1 mm (6.07 in)
λιχάς 10 δάκτυλοι 192.6 mm (7.58 in)
ὀρθόδωρον 11 δάκτυλοι 211.9 mm (8.34 in)
σπιθαμή 12 δάκτυλοι 231.2 mm (9.10 in)
ποῦς 16 δάκτυλοι 308.2 mm (12.13 in)
πυγμή 18 δάκτυλοι 346.8 mm (13.65 in)
πυγών 20 δάκτυλοι 385.3 mm (15.17 in)
πῆχυς 24 δάκτυλοι 462.3 mm (18.20 in)

Μεγαλύτερες αρχαιοελληνικές μονάδες μήκους
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο ισοδύναμο
ποῦς   0.308 m (1.01 ft)
ἁπλοῦν βῆμα 2.5 πόδες 0.77 m (2.5 ft)
βῆμα, διπλοῦν βῆμα 5 πόδες 1.54 m (5.1 ft)
ὄργυια 6 πόδες 1.85 m (6.1 ft)
κάλαμος, ἄκαινα, δεκάπους 10 πόδες 3.08 m (10.1 ft)
ἅμμα 60 πόδες 18.5 m (20.2 yd)
πλέθρον 100 πόδες 30.8 m (33.7 yd)
στάδιον 600 πόδες 184.9 m (202.2 yd)
δίαυλος 2 στάδια 369.9 m (404.5 yd)
ἱππικόν 4 στάδια 739.7 m (808.9 yd)
μίλιον (Ρωμαϊκό) 8 στάδια 1,479 m (1,617 yd)
δόλιχος 12 στάδια 2,219 m (1.379 mi)
παρασάγγες (Περσικό) 30 στάδια 5,548 m (3.447 mi)
σχοινός (Αιγυπτιακό) 40 στάδια 7,397 m (4.596 mi)

Το μήκος του σταδίου διέφερε στις αρχαίες πόλεις και εξαρτιόταν από το μήκος του ποδός. Έτσι το αττικό στάδιο είχε μήκος 184,98 μέτρα, το ολυμπιακό 192,27 μέτρα, το οδοιπορικό 157,50 μέτρα.


Αρχαιοελληνικές Μονάδες Μέτρησης Επιφάνειας
Μονάδα Ισοδυναμία Σύγχρονο ισοδύναμο
ποῦς   0.095 m2 
ἑξαπόδης 36 πόδες 3.42 m2 
ἄκαινα 100 πόδες 9.50 m2 
ἡμίεκτος 83313 πόδες 79.2 m2 
ἕκτος 1666 πόδες 158.3 m2 
ἄρουρα 2500 πόδες 237.5 m2 
(τετραγωνικόν) πλέθρον 10000 πόδες 950 m2 

20.10.15

Το πλήρωμα της Αργούς

Αργοναύτες, ως γνωστόν, ονομάζονταν στην ελληνική μυθολογία, όλοι εκείνοι οι ήρωες, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ιάσονα και έλαβαν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία. Πήραν το όνομα τους από το πλοίο το οποίο επάνδρωσαν, την Αργώ.

Αρχηγός τους ήταν βέβαια ο Ιάσων.

argoΠοιοι ήταν όμως οι υπόλοιποι;

Ο αριθμός των Αργοναυτών στα αρχαία κείμενα ποικίλλει. Ο Πίνδαρος αναφέρει δέκα, ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος σαράντα οκτώ, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα΄Αργοναυτικά πενήντα πέντε, ενώ άλλοι συγγραφείς εξήντα.

Τα πιο κοινά γνωστά ονόματα στις αρχαίες πηγές ήταν:

  1. Ιάσων, ο αρχηγός της εκστρατείας
  2. Αγκαίος ο Μέγας της Τεγέας, γιος του Λυκούργου του Αλέου
  3. Αγκαίος ο Μικρός, Λέλεγας της Σάμου, γιος του Ποσειδώνος
  4. Άδμητος, πρίγκιπας των Φερών
  5. Αιθαλίδης, γιος του Ερμή
  6. Άκαστος, γιος του βασιλιά Πελία
  7. Άκτωρ, γιος του Δηίονα της Φωκίδας
  8. Άμυρος, Θεσσαλός γιος του Ποσειδώνα
  9. Αμφιάραος, ο μάντης από το Άργος
  10. Αμφιδάμας, γιος του Λυκούργου
  11. Άργος των Θεσπιών, γιος του Φρίξου (ο κατασκευαστής της Αργούς)
  12. Ασκάλαφος ο Ορχομένιος, γιος του Άρη
  13. Αστερίων, γιος του Κομήτη
  14. Αταλάντη, η παρθένος κυνηγός
  15. Αυγείας, γιος του βασιλιά Φορβάντα της Ηλείας
  16. Βούτης των Αθηνών, ο μελισσοκόμος
  17. Εργίνος ο Αργοναύτης της Μίλητου
  18. Ευρύαλος, γιος του Μεκίστου, ένας από τους Επίγονους
  19. Ευρυδάμας των Δολόπων, από τη λίμνη Ξενία
  20. Εύφημος του Ταίναρου, ο κολυμβητής
  21. Εχίων, γιος του Ερμή
  22. Ηρακλής
  23. Θησέας από την Αθήνα
  24. Ίδας, γιος του Αφαρέως της Μεσσήνης και ο
  25. Λυγκέας, ο παρατηρητής, αδελφός του
  26. Ίδμων του Άργους, γιος του Απόλλωνα
  27. Ιφικλής, γιος του Θεστίωνος της Αιτωλίας
  28. Ίφιτος του Ευρύτου ή ο Ίφις του Σθενέλου, αδελφός του βασιλιά Ευρυσθέα των Μυκηνών
  29. Καινέας των Λαπίθων
  30. Καλάις, ο φτερωτός γιος του Βορέα και ο
  31. Ζήτης, ο αδελφός του
  32. Κάνθος της Εύβοιας
  33. Κάστωρ, ο Σπαρτιάτης παλαιστής και ο
  34. Πολυδεύκης, ο πυγμάχος αδελφός του (οι Διόσκουροι)
  35. Κηφέας, γιος του Άλεου της Αρκαδίας
  36. Κορωνός των Λαπίθων, Γυρτών της Θεσσαλίας
  37. Λαέρτης, γιος του Ακρίσιου από το Άργος
  38. Μελάμπους της Πύλου, γιος του Ποσειδώνος
  39. Μελέαγρος της Καλυδώνος
  40. Μόψος των Λαπίθων
  41. Ναύπλιος του Άργους, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης της κόρης του Δαναού
  42. Ορφέας, ο ποιητής από την Θράκη, γιος του Απόλλωνα και της Κλειώς και άντρας της Ευρυδίκης
  43. Παλαίμων, γιος του Ήφαιστου, Αιτωλός
  44. Περικλύμενος ο Τελαμών
  45. Περικλύμενος της Πύλου, εγγονός του Ποσειδώνος
  46. Πηλέας ο Μυρμιδών, πατέρας του Αχιλλέα, γιος του Αιακού και της Ενδηίδας
  47. Πηνέλεως, γιος του Ιππάλμου της Βοιωτίας
  48. Ποίας, γιος του Θαυμάκου της Μαγνησίας
  49. Πολύφημος, γιος του Έλατου της Αρκαδίας
  50. Τελαμώνας της Λοκρίδας, πατέρας του Αίαντα του Λοκρού,αδερφός του Πηλεα
  51. Τίφυς, από τις Σίφες της Βοιωτίας (ο τιμονιέρης της Αργούς)
  52. Ύλας των Δρυόπων, ιπποκόμος του Ηρακλή
  53. Φαληρεύς, ο Αθηναίος τοξότης
  54. Φανός ο Κρητικός, γιος του Διόνυσου και ο
  55. Στάφυλος, ο αδελφός του