21.3.18

Η ομιλία του Ελύτη στην απονομή του Νόμπελ

Ολόκληρη η ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη στην απονομή του Νόμπελ στην Ακαδημία της Στοκχόλμης κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας (1979).





Κύριοι Ἀκαδημαϊκοί, 
Κυρίες καί Κύριοι, 

Ἄς μου ἐπιτραπεῖ, παρακαλῶ, νά μιλήσω στό ὄνομα τῆς φωτεινότητας καί τῆς διαφάνειας. Ἐπειδή οἱ ἰδιότητες αὐτές εἶναι πού καθορίσανε τόν χῶρο μέσα στόν ὁποῖο μοῦ ἐτάχθη νά μεγαλώσω καί νά ζήσω. Καί αὐτές εἶναι πού ἔνιωσα, σιγά-σιγά, νά ταυτίζονται μέσα μου μέ τήν ἀνάγκη νά ἐκφρασθῶ. Εἶναι σωστό νά προσκομίζει κανείς στήν τέχνη αὐτά πού τοῦ ὑπαγορεύουν ἡ προσωπική του ἐμπειρία καί οἱ ἀρετές τῆς γλώσσας του. Πολύ περισσότερο ὅταν οἱ καιροί εἶναι σκοτεινοί καί αὐτό πού τοῦ ὑπαγορεύουν εἶναι μία ὅσο τό δυνατόν μεγαλύτερη ὁρατότητα. 

Δέν μιλῶ γιά τή φυσική ἱκανότητα νά συλλαμβάνει κανείς τ' ἀντικείμενα σ' ὅλες τους τίς λεπτομέρειες ἀλλά γιά τή μεταφορική, νά κρατᾶ τήν οὐσία τους καί νά τά ὁδηγεῖ σέ μία καθαρότητα τέτοια πού νά ὑποδηλώνει συνάμα τήν μεταφυσική τους σημασιολογία. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο μεταχειρίστηκαν τήν ὕλη οἱ γλύπτες τῆς Κυκλαδικῆς περιόδου, πού ἔφτασαν ἴσια-ἴσια νά ξεπεράσουν τήν ὕλη, τό δείχνει καθαρά. Ὅπως ἐπίσης, ὁ τρόπος πού οἱ εἰκονογράφοι τοῦ Βυζαντίου ἐπέτυχαν ἀπό τό καθαρό χρῶμα νά ὑποβάλλουν τό «θεῖο». Μιὰ τέτοια, διεισδυτική καί συνάμα μεταμορφωτική, ἐπέμβαση, μέσα στήν πραγματικότητα ἐπεχείρησε πιστεύω ἀνέκαθεν καί κάθε ὑψηλή ποίηση. 

Ὄχι ν' ἀρκεστεῖ στό «νῦν ἔχον» ἀλλά νά ἐπεκταθεῖ στό «δυνατόν γενέσθαι». 

Κάτι πού, εἶναι ἡ ἀλήθεια, δέν ἐκτιμήθηκε πάντοτε. Ἴσως γιατί οἱ ὁμαδικές νευρώσεις δέν τό ἐπέτρεψαν. Ἴσως γιατί ὁ ὠφελιμισμός δέν ἄφησε τά μάτια τῶν ἀνθρώπων ἀνοιχτά ὅσο χρειάζεται. Ἡ ὀμορφιά καί τό φῶς συνέβη νά ἐκληφθοῦν ἄκαιρα ἤ ἀνώδυνα. Καί ὅμως. Ἡ διεργασία πού ἀπαιτεῖται γιά νά φτάσει κανείς στό σχῆμα τοῦ Ἀγγέλου εἶναι, πιστεύω πολύ πιό ἐπώδυνη ἀπό τήν ἄλλη πού ἐκμαιεύει ὅλων τῶν λογιῶν τοὺς Δαιμόνους. 

Βέβαια ὑπάρχει τό αἴνιγμα. Βέβαια ὑπάρχει τό μυστήριο. Ἀλλά τό μυστήριο δέν εἶναι μιὰ σκηνοθεσία πού ἐπωφελεῖται ἀπό τά παιχνίδια τῆς σκιᾶς καί τοῦ σκότους γιά νά μᾶς ἐντυπωσιάσει ἁπλῶς. Εἶναι αὐτό πού ἐξακολουθεῖ νά παραμένει μυστήριο καί μέσα στό ἀπόλυτο φῶς. Εἶναι τότε πού προσλαμβάνει τήν αἴγλη ἐκείνη πού ἑλκύει καί πού τήν ὀνομάζουμε ὀμορφιά. Τήν ὀμορφιά πού εἶναι μία ὁδός -ἡ μόνη ἴσως ὁδός- πρός τό ἄγνωστο μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μας, πρός αὐτό πού μᾶς ὑπερβαίνει. Ἐπειδή αὐτό εἶναι στό βάθος ἡ ποίηση: ἡ τέχνη νά ὁδηγεῖσαι καί νά φτάνεις πρός αὐτό πού σέ ὑπερβαίνει. 

Ἀπό τά μυριάδες μυστικά σήματα, πού μ' αὐτά εἶναι διάσπαρτος ὁ κόσμος καί πού ἀποτελοῦν ἄλλες τόσες συλλαβές μιᾶς ἄγνωστης γλώσσας, νά συνθέσεις λέξεις καί ἀπό τίς λέξεις φράσεις πού ἡ ἀποκρυπτογράφησή τους νά σέ φέρνει πιό κοντά στήν βαθύτερη ἀλήθεια. 

Ποῦ λοιπόν βρίσκεται σέ ἔσχατη ἀνάλυση ἡ ἀλήθεια; Στήν φθορά καί στόν θάνατο πού διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ἤ στή ροπή πού μᾶς ὠθεῖ νά πιστεύουμε ὅτι αὐτός ὁ κόσμος εἶναι ἀκατάλυτος καί αἰώνιος; Εἶναι φρόνιμο ν' ἀποφεύγουμε τίς μεγαλεπήβολες ἐκφράσεις, τό ξέρω. Οἱ κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τίς χρησιμοποίησαν, ἦρθαν σέ σύγκρουση, ἀκμάσανε, πέρασαν. Ἡ οὐσία ὅμως ἔμεινε, μένει. Καί ἡ ποίηση, πού ἐγείρεται στό σημεῖον ὅπου ὁ ὀρθολογισμός καταθέτει τά ὅπλα του γιά νά τ' ἀναλάβει ἐκείνη καί νά προχωρήσει μέσα στήν ἀπαγορευμένη ζώνη, ἐλέγχεται νά εἶναι ἴσια-ἴσια ἐκείνη πού προσβάλλεται λιγότερο ἀπό τή φθορά. Διασώζει σέ καθαρή μορφή τά μόνιμα, τά βιώσιμα στοιχεῖα πού καταντοῦν δυσδιάκριτα μέσα στό σκότος τῆς συνείδησης ὅπως τά φύκια μέσα στούς βυθούς τῶν θαλασσῶν. 

Νά γιατί μᾶς χρειάζεται ἡ διαφάνεια. Γιά νά διακρίνουμε τούς κόμπους στό νῆμα πού μές ἀπό τούς αἰῶνες τεντώνεται καί μᾶς βοηθεῖ νά σταθοῦμε ὄρθιοι πάνω σ' αὐτή τή γῆ. 

Ἀπό τόν Ἠράκλειτο ἕως τόν Πλάτωνα καί ἀπό τόν Πλάτωνα ἕως τόν Ἰησοῦ διακρίνουμε αὐτό τό «δέσιμο» πού φτάνει κάτω ἀπό διάφορες μορφές ὡς τίς ἡμέρες μας καί πού μᾶς λέει περίπου τό ἴδιο: ὅτι ἐντός τοῦ κόσμου τούτου ἐμπεριέχεται καί μέ τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου ἀνασυντίθεται ὁ ἄλλος κόσμος, ὁ «πέραν» ἡ δεύτερη πραγματικότητα ἡ ὑπερτοποθετημένη ἐπάνω σ' αὐτήν ὅπου παρά φύσιν ζοῦμε. Εἶναι μία πραγματικότητα πού τή δικαιούμαστε καί πού ἀπό δική μας ἀνικανότητα δέν ἀξιωνόμαστε. 

Δέν εἶναι διόλου τυχαῖο ὅτι σέ ἐποχές ὑγιεῖς τό κάλλος ταυτίσθηκε μέ τό ἀγαθόν καί τό ἀγαθόν μέ τόν Ἥλιο. Κατά τό μέτρο πού ἡ συνείδηση καθαίρεται καί πληροῦται μέ φῶς, τά μελανά σημεῖα ὑποχωροῦν καί σβήνουν ἀφήνοντας κενά πού -ὅπως ἀκριβῶς στούς φυσικούς νόμους- τά ἀντίθετά τους ἔρχονται νά πληρώσουν τή θέση τους. 

Κι αὐτό, μέ τέτοιον τρόπο πού τελικά τό δημιουργημένο ἀποτέλεσμα νά στηρίζεται καί στίς δύο πλευρές, θέλω νά πῶ στό «ἐδῶ» καί στό «ἐπέκεινα». Ὁ Ἠράκλειτος δέν εἶχε ἤδη μιλήσει γιά μίαν «ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίην»; Ἐάν εἶναι ὁ Ἀπόλλων ἤ ἡ Ἀφροδίτη, ὁ Χριστός ἤ ἡ Παναγία, πού ἐνσαρκώνουν καί προσωποποιοῦν τήν ἀνάγκη νά δοῦμε ὑλοποιημένο ἐκεῖνο πού σέ ὁρισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δέν ἔχει σημασία. Σημασία ἔχει ἡ ἀναπνοή τῆς ἀθανασίας πού μᾶς ἐπιτρέπουν. Ἡ ποίηση ὀφείλει, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, πέραν ἀπό συγκεκριμένα δόγματα, νά ἐπιτρέπει αὐτή τήν ἀναπνοή. 

Πῶς νά μήν ἀναφερθῶ ἐδῶ πέρα στόν Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τόν μεγάλο ποιητή πού μέ τό ἴδιο πνεῦμα ἐστράφηκε πρός τούς Θεούς τοῦ Ὀλύμπου καί πρός τόν Ἰησοῦ; Ἡ σταθερότητα πού ἔδωσε σ' ἕνα εἶδος ὁράματος εἶναι ἀνεκτίμητη. Καί ἡ ἔκταση πού μᾶς ἀποκάλυψε μεγάλη. Θά ἔλεγα τρομακτική. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι πού τόν ἔκανε, ὅταν μόλις ἀκόμη ἄρχιζε τό κακό πού σήμερα μᾶς πλήττει, ν' ἀνακράξει: 
Wozu Dichter in durftiger Zeit! 

Οἱ καιροί φεῦ ἐστάθηκαν ἀνέκαθεν γιά τόν ἄνθρωπο durftiger. Ἀλλά καί ἡ ποίηση ἀνέκαθεν λειτουργοῦσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα νά συνοδεύουν τήν ἐπίγεια μοίρα μας καί πού τό ἕνα τους ἀντισταθμίζει τό ἄλλο. Πῶς ἀλλιῶς. Ἀφοῦ καί ἡ νύχτα καί τ' ἄστρα ἐάν μᾶς γίνονται ἀντιληπτά εἶναι χάρη στόν ἥλιο. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ ἥλιος, κατά τή ρήση τοῦ ἀρχαίου σοφοῦ, ἐάν ὑπερβεῖ τά μέτρα καταντᾶ «ὕβρις». Χρειάζεται νά βρισκόμαστε στή σωστή ἀπόσταση ἀπό τόν ἠθικόν ἥλιο, ὅπως ὁ πλανήτης μας ἀπό τόν φυσικόν ἥλιο, γιά νά γίνεται ἡ ζωή ἐπιτρεπτή. Μᾶς ἔφταιγε ἄλλοτε ἡ ἀμάθεια. Σήμερα μᾶς φταίει ἡ μεγάλη γνώση. Δέν ἔρχομαι μ' αὐτά πού λέω νά προστεθῶ στήν μακρά σειρά τῶν ἐπικριτῶν τοῦ τεχνικοῦ μας πολιτισμοῦ. Μία σοφία παλαιή ὅσο καί ἡ χώρα πού μ' ἐξέθρεψε, μ' ἐδίδαξε νά δέχομαι τήν ἐξέλιξη, νά χωνεύω τήν πρόοδο μαζί μέ ὅλα της τά παρεπόμενα, ὅσο δυσάρεστα καί ἄν μπορεῖ νά εἶναι αὐτά. 

Τότε ὅμως ἡ Ποίηση; Τί ἀντιπροσωπεύει μέσα σέ μία τέτοια κοινωνία; Ἀπαντῶ: τόν μόνο χῶρο ὅπου ἡ δύναμη τοῦ ἀριθμοῦ δέν ἔχει πέραση. Καί ἀκριβῶς, ἡ ἐφετινή ἀπόφασή σας νά τιμήσετε στό πρόσωπό μου τήν ποίηση μιᾶς μικρῆς χώρας δείχνει σέ πόσο ἁρμονική ἀνταπόκριση βρίσκεστε μέ τήν χαριστική ἀντίληψη τῆς τέχνης, τήν ἀντίληψη ὅτι ἡ τέχνη εἶναι ἡ μόνη ἐναπομένουσα πολέμιος τῆς ἰσχύος πού κατήντησε νά ἔχει στούς καιρούς μας ἡ ποσοτική ἀποτίμηση τῶν ἀξιῶν. 

Εἶναι, τό ξέρω, ἄτοπο ν' ἀναφέρεται κανείς σέ προσωπικές περιπτώσεις. Καί ἀκόμη πιό ἄτοπο νά παινᾶ τό σπίτι του. Εἶναι ὅμως κάποτε ἀπαραίτητο, στό βαθμό πού αὐτά βοηθοῦν νά δοῦμε πιό καθαρά μιὰν ὁρισμένη κατάσταση πραγμάτων. Καί εἶναι σήμερα ἡ περίπτωση. Μοῦ ἐδόθηκε, ἀγαπητοί φίλοι, νά γράφω σέ μιὰ γλώσσα πού μιλιέται μόνον ἀπό μερικά ἑκατομμύρια ἀνθρώπων. Παρ' ὅλ' αὐτά, μία γλώσσα πού μιλιέται ἐπί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπὴ καί μ' ἐλάχιστες διαφορές. Ἡ παράλογη αὐτή, φαινομενικά, διάσταση, ἀντιστοιχεῖ καί στήν ὑλικό-πνευματική ὀντότητα τῆς χώρας μου. Ποὺ εἶναι μικρή σέ ἔκταση χώρου καί ἀπέραντη σέ ἔκταση χρόνου. Καί τό ἀναφέρω ὄχι διόλου γιά νά ὑπερηφανευθῶ ἀλλά γιά νά δείξω τίς δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει ἕνας ποιητής ὅταν χρησιμοποιεῖ γιά τά πιό ἀγαπημένα πράγματα τίς ἴδιες λέξεις πού χρησιμοποιοῦσαν μιὰ Σαπφώ ἤ ἕνας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ὡστόσο νά ἔχει τό ἀντικρυσμα πού εἶχαν ἐκεῖνοι ἐπάνω στήν ἔκταση τῆς πολιτισμένης τότε ἀνθρωπότητας. Ἐάν ἡ γλώσσα ἀποτελοῦσε ἁπλῶς ἕνα μέσον ἐπικοινωνίας, πρόβλημα δέν θά ὑπῆρχε. Συμβαίνει ὅμως ν' ἀποτελεῖ καί ἐργαλεῖο μαγείας καί φορέα ἠθικῶν ἀξιῶν. Προσκτᾶται ἡ γλώσσα στό μάκρος τῶν αἰώνων ἕνα ὁρισμένο ἦθος. Καί τό ἦθος αὐτό γεννᾶ ὑποχρεώσεις. Χωρίς νά λησμονεῖ κανείς ὅτι στό μάκρος εἰκοσιπέντε αἰώνων δέν ὑπῆρξε οὔτε ἕνας, ἐπαναλαμβάνω οὔτε ἕνας, πού νά μήν γράφτηκε ποίηση στήν ἑλληνική γλώσσα. Νά τί εἶναι τό μεγάλο βάρος παράδοσης πού τό ὄργανο αὐτό σηκώνει. Τό παρουσιάζει ἀνάγλυφα ἡ νέα ἑλληνική ποίηση. 

Ἡ σφαίρα πού σχηματίζει ἡ νέα ἑλληνική ποίηση ἔχει, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, ὅπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τόν βόρειο καί τόν νότιο. Στόν ἕνα τοποθετεῖται ὁ Διονύσιος Σολωμός πού ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἐκφραστικῆς ἐπέτυχε -προτοῦ ὑπάρξει ὁ Mallarme στά εὐρωπαϊκά γράμματα- νά χαράξει μέ ἄκρα συνέπεια καί αὐστηρότητα τήν ἀντίληψη τῆς καθαρῆς ποίησης μέ ὅλα της τά παρεπόμενα: νά ὑποτάξει τό αἴσθημα στή διάνοια, νά ἐξευγενίσει τήν ἔκφραση καί νά δραστηριοποιήσει ὅλες τίς δυνατότητες τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου πρός τήν κατεύθυνση τοῦ θαύματος. Στόν ἄλλο πόλο, τοποθετεῖται ὁ Κ. Π. Καβάφης, αὐτός πού παράλληλα μέ τόν T.S. Eliot ἔφτασε στήν ἄκρα λιτότητα, στή μεγαλύτερη δυνατή ἐκφραστική ἀκρίβεια, ἐξουδετερώνοντας τόν πληθωρισμό στή διατύπωση τῶν προσωπικῶν του βιωμάτων. 

Ἀνάμεσα στούς δύο αὐτούς πόλους κινήθηκαν οἱ μεγάλοι μας ἄλλοι ποιητές, ὁ Ἀνδρέας Κάλβος, ὁ Κωστής Παλαμᾶς, ὁ Ἄγγελος Σικελιανός, ὁ Νίκος Καζαντζάκης, ὁ Γιῶργος Σεφέρης, ἄλλος λιγότερο ἄλλος περισσότερο πρός τό ἕν ἤ τό ἄλλο ἀπό τά δύο ἄκρα. Αὐτή εἶναι μία πρόχειρη καί ὅσο γίνεται πιό σχηματική χαρτογράφηση τοῦ νεοελληνικοῦ ποιητικοῦ λόγου. Τό πρόβλημα γιά μᾶς πού ἀκολουθήσαμε ἦταν νά ἐπωμιστοῦμε τά ὑψηλά διδάγματα πού μᾶς κληροδότησαν καί, ὁ καθένας μέ τόν τρόπο του, νά τ' ἁρμόσουμε πάνω στή σύγχρονη εὐαισθησία. Πέραν ἀπό τά ὅρια τῆς τεχνικῆς, ὀφείλαμε νά φτάσουμε σέ μία σύνθεση πού ἀπό τό ἕνα μέρος ν' ἀναχωνεύει τά στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης καί ἀπό τό ἄλλο νά ἐκφράζει τά κοινωνικά καί ψυχολογικά αἰτήματα τῆς ἐποχῆς μας. Μέ ἄλλα λόγια, νά φτάσουμε νά προβάλλουμε τόν τύπο τοῦ «Εὐρωπαίου-Ἕλληνα». Δέν μιλῶ γιά ἐπιτυχίες μιλῶ γιά προσπάθειες. Οἱ κατευθύνσεις εἶναι πού ἔχουν σημασία γιά τόν μελετητή τῆς λογοτεχνίας. 

Πῶς ὅμως ν' ἀναπτυχθοῦν οἱ κατευθύνσεις αὐτές ἐλεύθερα ὅταν οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς εἶναι στίς ἡμέρες μας ἐξοντωτικές γιά τόν δημιουργό; Καί πῶς νά διαμορφωθεῖ ἡ πνευματική κοινότητα ὅταν οἱ φραγμοί τῶν γλωσσῶν ὀρθώνονται ἀξεπέραστοι; Σᾶς γνωρίζουμε καί μᾶς γνωρίζετε ἀπό τό 20 ἤ ἔστω τό 30% πού ἀπομένει ὕστερα ἀπό τήν μεταγλώτισση. Εἰδικά ἐμεῖς ὅλοι, ὅσοι κρατᾶμε ἀπό μία συγκεκριμένη παράδοση καί ἀποβλέπουμε στά θαύματα τοῦ λόγου, στόν σπινθήρα πού τινάζουν ἑκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, ἀμετάδοτοι. Πάσχουμε ἀπό τήν ἔλλειψη μιᾶς κοινῆς γλώσσας. Καί ὁ ἀντίκτυπος ἀπ' αὐτή τήν ἔλλειψη -ἄν ἀνεβοῦμε τήν κλίμακα- σημειώνεται ἀκόμη καί στήν πολιτική καί κοινωνική πραγματικότητα τῆς κοινῆς μας πατρίδας, τῆς Εὐρώπης. 

Λέμε, καί τό διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ὅτι ζοῦμε σ' ἕνα χάος ἠθικό. Κι αὐτό, τή στιγμή πού ποτέ ἄλλοτε ἡ κατανομή τῶν στοιχείων τῆς ὑλικῆς μας ὕπαρξης δέν ἔγινε μέ τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θά ἔλεγα τάξη, τόσον ἀδυσώπητο ἔλεγχο. Ἡ ἀντίφαση εἶναι διδακτική. Ὅταν σέ δύο σκέλη τό ἕνα ὑπερτροφεῖ, τό ἄλλο ἀτροφεῖ. Μία ἀξιέπαινη ροπή νά συνενωθοῦν σέ ἑνιαία μονάδα οἱ λαοί τῆς Εὐρώπης, προσκόπτει σήμερα στήν ἀδυναμία νά συμπέσουν τά ἀτροφικά καί τά ὑπερτροφικά σκέλη τοῦ πολιτισμοῦ μας. Οἱ ἀξίες μας οὔτε αὐτές δέν ἀποτελοῦν μία γλώσσα κοινή. 

Γιά τόν ποιητή - μπορεῖ νά φαίνεται παράξενο ἀλλά εἶναι ἀληθές -ἡ μόνη κοινή γλώσσα πού αἰσθάνεται νά τοῦ ἀπομένει εἶναι οἱ αἰσθήσεις. Ἐδῶ καί χιλιάδες χρόνια, ὁ τρόπος πού ἀγγίζονται δύο σώματα δέν ἄλλαξε. Μήτε ὁδήγησε σέ καμιά σύγκρουση ὅπως οἱ εἰκοσάδες τῶν ἰδεολογιῶν πού αἱματοκύλισαν τίς κοινωνίες μας καί μᾶς ἄφησαν μέ ἀδειανά χέρια. 

Ὅμως ὅταν μιλῶ γιά αἰσθήσεις δέν ἐννοῶ τό προσιτό, πρῶτο ἤ δεύτερο, ἐπίπεδό τους. Ἐννοῶ τό ἀπώτατο. Ἐννοῶ τίς «ἀναλογίες τῶν αἰσθήσεων» στό πνεῦμα. Ὅλες οἱ τέχνες μιλοῦν μέ ἀνάλογα. Μιὰ ὀσμή μπορεῖ νά εἶναι ὁ βοῦρκος ἤ ἡ ἁγνότητα. Ἡ εὐθεία γραμμή ἤ ἡ καμπύλη, ὁ ὀξύς ἤ ὁ βαθύς ἦχος, ἀποτελοῦν μεταφράσεις κάποιας ὀπτικῆς ἤ ἀκουστικῆς ἐπαφῆς. Ὅλοι μας γράφουμε καλά ἤ κακά ποιήματα κατά τό μέτρο πού ζοῦμε καί διανοούμαστε μέ τήν καλή ἤ τήν κακή σημασία τοῦ ὅρου. Μιὰ εἰκόνα πελάγους ἀπό τόν Ὅμηρο φτάνει ἄθικτη ὡς τίς ἡμέρες μας. Ὁ Rimbaud τήν ἀναφέρει σάν mer melee au soleil καί τήν ταυτίζει μέ τήν αἰωνιότητα. Ἕνα κορίτσι πού κρατάει ἕνα κλῶνο μυρτιᾶς ἀπό τόν Ἀρχιλόχο ἐπιβιοῖ σ' ἕναν πίνακα τοῦ Matisse καί μᾶς καθιστᾶ πιό ἁπτή τήν αἴσθηση, τή μεσογειακή, τῆς καθαρότητας. 

Ἐδῶ ἀξίζει νά σκεφτεῖ κανείς ὅτι ἀκόμη καί μία παρθένος τῆς βυζαντινῆς εἰκονογραφίας, δέν διαφέρει πολύ. Παρά ἕνα κάτι ἐλάχιστο, συχνά, τό ἐγκώσμιο φῶς γίνεται ὑπερκόσμιο καί τἀνάπαλιν. Μιὰ αἴσθηση πού μᾶς δόθηκε ἀπό τούς ἀρχαίους καί μία ἄλλη ἀπό τούς μεσαιωνικούς ἔρχονται νά γεννήσουν μιὰ τρίτη πού τούς μοιάζει ὅπως τό παιδί στούς γεννήτορές του. 

Μπορεῖ ἡ ποίηση ν' ἀκολουθήσει ἕναν τέτοιο δρόμο; Οἱ αἰσθήσεις μές ἀπ' τόν ἀδιάκοπο καθαρμό τους νά φτάσουν στήν ἁγιότητα; Τότε ἡ ἀναλογία τους θά ἐπαναστραφεῖ ἐπάνω στόν ὑλικό κόσμο καί θά τόν ἐπηρεάσει.Δέν ἀρκεῖ νά ὀνειροπολοῦμε μέ τούς στίχους. Εἶναι λίγο. Δέν ἀρκεῖ νά πολιτικολογοῦμε. Εἶναι πολύ. Κατά βάθος ὁ ὑλικός κόσμος εἶναι ἁπλῶς ἕνας σωρός ἀπό ὑλικά. Θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τό ἄν εἴμαστε καλοί ἤ κακοί ἀρχιτέκτονες τό τελικό ἀποτέλεσμα. Ὁ Παράδεισος ἤ ἡ Κόλαση πού θά χτίσουμε. Ἐάν ἡ ποίηση παρέχει μία διαβεβαίωση καί δή στούς καιρούς τούς durftiger εἶναι ἀκριβῶς αὐτή: ὅτι ἡ μοίρα μας παρ' ὅλ' αὐτά βρίσκεται στά χέρια μας.

Elytis-Nobel

12.11.17

Catastrophe και Κατρακύλα



Μια από τις ωραίες φράσεις στο βιβλίο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του  Καζαντζάκη

Άνθρωπος δεν είμαι; 'Άνθρωπος, πάει  να πει στραβός. Έπεσα κι εγώ με τα μούτρα στο λάκκο όπου κι οι μπροστινοί μου. Παντρεύτηκα. Πήρα την κατρακύλα. Έγινα νοικοκύρης, έχτισα σπίτι· έκαμα παιδιά. Βάσανα.

Στην αγγλική μετάφραση και στην ταινία η φράση αποδίδεται ως εξής: 


Am I not a man? And is a man not stupid? I'm a man, so I married. Wife, children, house, everything. The full catastrophe.

Όπως συχνά συμβαίνει με τις μεταφράσεις η αρχική έννοια ψιλοχάνεται. Το «κατρακύλα» γίνεται «καταστροφή» που βεβαίως δεν είναι το ίδιο πράγμα. Αλλά πώς να αποδώσεις το «κατρακύλα»; Degradation, ισως. Τελείως ξενέρωτο. Το catastrophe είναι τελικά καλύτερο. Επιπλέον, οι λέξεις «στραβός» και «βάσανα» επίσης δεν μπορούν να αποδοθούν ακριβώς (οπότε δεν αποδίδονται). 

Το ωραίο είναι ότι η αγγλική φράση είναι ίσως η πιο γνωστή και η πιο quotable φράση του Καζαντζάκη διεθνώς.
Μάλιστα υπάρχει και μια πολύ πετυχημένη αγγλική σειρά με τον τίτλο Catastrophe, οι δημιουργοί της οποίας υποτίθεται ότι τον εμπνεύσθηκαν από τη συγκεκριμένη φράση του Καζαντζάκη! 

Περιεκτική και όμορφη λέξη η «κατρακύλα». Μου φαίνεται ότι θα πρέπει να την προσθέσουμε στις ελληνικές λέξεις που δεν μεταφράζονται! 

14.10.17

Μακιαβέλι - Αποφθέγματα

Οι πιο χαρακτηριστικές φράσεις ενός παρεξηγημένου στοχαστή.


  • Έναν ηγέτη πρέπει να τον φοβούνται και να τον αγαπούν. Αν δεν γίνεται και τα δύο, τότε καλύτερα μόνο να τον φοβούνται.
  • Ο καθένας βλέπει αυτό που φαίνεσαι. Λίγοι καταλαβαίνουν αυτό που είσαι.
  • Τους αντιπάλους σου ή πρέπει να τους παίρνεις με το μέρος σου ή να τους εκμηδενίζεις.
  • Η αρετή κι ο πλούτος σπάνια πηγαίνουν στον ίδιο άνθρωπο.
  • Ο άνθρωπος είναι καλός μόνο όταν είναι αδύναμος.
  • Κάνε το κακό μια κι έξω, αλλά το καλό δίνε το σιγά-σιγά.
  • Η τύχη είναι γυναίκα και γι’ αυτό ευνοεί τον νέο που την χειρίζεται με τόλμη.
  • Ο πόλεμος αρχίζει όταν θέλεις, αλλά δεν τελειώνει όταν θέλεις.
  • Όταν η θέληση είναι μεγάλη, οι δυσκολίες δεν μπορεί να είναι μεγάλες.
  • Γενικά οι άνθρωποι είναι αγνώμονες, ασταθείς και υποκριτές· προτιμούν να αποφεύγουν τον κίνδυνο και είναι αχόρταγοι για κέρδος.
  • Ποτέ μην προσπαθείς να κερδίσεις με τη βία αυτό που μπορεί να αποκτηθεί με πονηριά.
  • Οι άνθρωποι έχουν το ελάττωμα, όταν έχει νηνεμία, να νομίζουν ότι δεν θα έρθει ποτέ καταιγίδα και δεν προετοιμάζονται.
  • Η υπόσχεση που δόθηκε ήταν μια αναγκαιότητα του παρελθόντος. Ο λόγος που δεν κρατήθηκε είναι μια αναγκαιότητα του παρόντος.
  • Ποτέ τίποτε μεγάλο δεν επιτεύχθηκε χωρίς κίνδυνο.
  • Αυτός που θέλει να τον υπακούν πρέπει να ξέρει να διατάζει.
  • Προκαλεί κανείς το ίδιο μίσος με τις καλές πράξεις όσο και με τις κακές.
  • Μια αλλαγή αφήνει την πόρτα ανοιχτή για να μπουν και άλλες.
  • Η φιλοδοξία είναι τόσο δυνατό πάθος, που όσο ψηλά και αν φθάσει κανείς δεν είναι ικανοποιημένος.
  • Δεν πρέπει ποτέ να αφήνει κανείς να συνεχίζεται μια ανωμαλία για να αποφύγει έναν πόλεμο, γιατί δεν τον αποφεύγει, αλλά μόνο αλλάζουν οι συνθήκες προς όφελος των αντιπάλων του.
  • O μόνος τρόπος να προφυλαχτείς από την κολακεία είναι να δώσεις στους άλλους να καταλάβουν ότι δεν προσβάλλεσαι όταν λένε την αλήθεια. Αλλά όταν όλοι μπορούν να σου λένε την αλήθεια, χάνεις το σεβασμό τους.
  • Η πρώτη εντύπωση που δημιουργεί ένας ηγεμόνας είναι αυτή που δίνουν οι άνθρωποι που τον περιστοιχίζουν.
  • Οι άνθρωποι είναι τόσο αφελείς και τόσο έτοιμοι να υπακούσουν, ώστε ποτέ δεν θα λείψουν τα θύματα σε έναν αχρείο για να κάνει τις απάτες του.
  • Ο απλοϊκός λαός πάντα παρασύρεται από την εξωτερική εμφάνιση, και ο κόσμος αποτελείται κυρίως από απλοϊκούς.
  • Οι πρίγκιπες και οι κυβερνήσεις είναι, μακράν, τα πιο επικίνδυνα στοιχεία σε μια κοινωνία.
  • Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό για τον ηγεμόνα από το να φαίνεται ότι είναι θρήσκος.
  • Σε ένα ηγεμόνα δεν λείπουν ποτέ οι νόμιμοι λόγοι για να παραβεί μια υπόσχεση.
  • Το λιοντάρι δεν ξέρει να προστατευθεί από παγίδες και η αλεπού δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τους λύκους. Πρέπει να είσαι λοιπόν αλεπού για να αναγνωρίζεις τις παγίδες και λιοντάρι για να τρομάζεις τους λύκους.
  • Μόλις κυριαρχήσει σε μια πόλη ένας κυβερνήτης, θα πρέπει να σκεφθεί τι τιμωρίες θα επιβάλει. Πρέπει να τις επιβάλει όλες μια κι έξω και να μην τις ανανεώνει κάθε μέρα.
  • Συμβαίνει, όλοι οι ένοπλοι προφήτες να είναι νικητές και οι άοπλοι να χάνονται.
  • Το καλύτερο κάστρο που θα μπορούσε να κατέχει ένας ηγεμόνας είναι η αγάπη του λαού του.
  • Πριν από οτιδήποτε άλλο, να είσαι οπλισμένος.
  • Να θυμάσαι πως πάντα οι άνθρωποι θα επιδιώκουν να βελτιώσουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό.
  • Αν είσαι πραγματικός ηγέτης, σου υποκλίνονται όλοι με το που εμφανίζεσαι.
  • Ο ηγέτης αποκτά κύρος με το να είναι είτε αληθινός φίλος είτε πραγματικός εχθρός. Δηλαδή παίρνει θέση, καθαρά, υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Αυτή η τακτική έχει πολύ περισσότερα πλεονεκτήματα από την απλή ουδετερότητα.


7.10.17

Περί του ονόματος των Ελλήνων

Οι Έλληνες ήταν γνωστοί με πολλά διαφορετικά ονόματα στην ιστορία. Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες έπεσαν ως Έλληνες, ενώ αιώνες αργότερα, την εποχή του Ιησού,  οποιοδήποτε πρόσωπο μη-εβραϊκής πίστης αποκαλείτο Έλληνας. 

Τον καιρό του  Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν γνωστοί ως Ρωμαίοι, οι γείτονές τους στη Δύση τους έλεγαν Γραικούς, ενώ στην Ανατολή Αλ Ρουμ (Ρωμαίοι). Η αρχή κάθε ιστορικής εποχής συνοδευόταν από νέο όνομα, είτε απολύτως καινούριο, είτε παλαιό και ξεχασμένο, όνομα από την παράδοση ή δανεισμένο από τους ξένους. Κάθε ένα από αυτά ήταν σημαντικό στην εποχή του και όλα είναι λίγο-πολύ σε χρήση. Γι` αυτό οι Έλληνες είναι πολυώνυμος λαός.



Στην Ιλιάδα , οι ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις περιγράφονται με τρία διαφορετικά ονόματα: Αργείοι, Δαναοί και Αχαιοί, και όλα με την ίδια έννοια. Από τα παραπάνω ο πρώτος τύπος χρησιμοποιείται 170 τουλάχιστον φορές, ο δεύτερος 148 και ο τρίτος 598 φορές.

Οι Αργείοι είναι πολιτικός όρος που προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Οι Δαναοί είναι το όνομα που αποδίδεται στη φυλή που εξουσιάζει αρχικά την Πελοπόννησο και την περιοχή κοντά στο Άργος. Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που, ενισχυμένη από τους Αιολείς, κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη, επικεντρωμένοι γύρω από την πρωτεύουσά τους, τις Μυκήνες.



Κατά την διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, οι Έλληνες ήταν μια σχετικά μικρή αλλά δυνατή φυλή στην Φθία της Θεσσαλίας, συγκεντρωμένοι στις πόλεις Άλος, Αλώπη, Τροιχίνα και στο Πελασγικό Άργος

Διάφορες ετυμολογίες που έχουν προταθεί για τη λέξη Έλληνας, αλλά καμία δεν είναι ευρέως αποδεκτή:  -σαλ=> προσεύχομαι,  -έλλ=> ορεινός, -σελ=>φωτίζω. Μια πιό πρόσφατη μελέτη συνδέει το όνομα με την πόλη Ελλάς, δίπλα στον ποταμό Σπερχειό, που είχε αυτό το όνομα κατά την αρχαιότητα.

Ωστόσο, είναι γνωστό  ότι οι Έλληνες έχουν σχέση με τους Σελλούς, τους ιερείς της Δωδώνης στην Ήπειρο. Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία ως τον αρχέγονο Θεό: «Βασιλέα Ζευ, φώναξε, Άρχοντα της Δωδώνης, θεέ των Πελασγών, που κατοικούν μακριά, που έχεις τη χειμωνιάτικη Δωδώνη κάτω από την εξουσία σου, όπου οι Ιερείς σου οι Σελλοί κατοικούν γύρω σου με τα πόδια τους άπλυτα και τα καταλύματά τους πάνω στο έδαφος».


Ο Πτολεμαίος αποκαλεί την Ήπειρο αρχέγονη Ελλάδα και ο Αριστοτέλης αναφέρει για την ίδια περιοχή ότι συνέβη ένας αρχαίος κατακλυσμός «στην αρχαία Ελλάδα, μεταξύ της Δωδώνης και του Αχελώου ποταμού, τη γη που κατείχαν οι Σελλοί και οι Γραικοί, που αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως Έλληνες», (οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ` Έλληνες). Η θέση, συνεπώς, ότι οι Έλληνες ήταν φυλή από την Ήπειρο η οποία αργότερα μετανάστευσε προς τα νότια στην Φθία της Θεσσαλίας, εχει κάποα βάση. Η επέκταση μιας συγκεκριμένης λατρείας του Δία στη Δωδώνη, η τάση των Ελλήνων να σχηματίζουν ακόμη μεγαλύτερες κοινότητες και αμφικτυονίες, καθώς και η αυξανόμενη δημοτικότητα της λατρείας των Δελφών, είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση του ονόματος στην υπόλοιπη ελληνική χερσόνησο, αργότερα πέρα από το Αιγαίο πέλαγος, στην Μικρά Ασία και τελικά προς δυσμάς στη Σικελία και τη νότια Ιταλία, οι οποίες ήταν γνωστές με τον όρο Μεγάλη Ελλάδα.

Η λέξη Έλληνες με την ευρύτερη σημασία της απαντάται για πρώτη φορά σε μια επιγραφή αφιερωμένη στον Ηρακλή για τη νίκη του στις Αμφικτυονίες και αναφέρεται στην 48η Ολυμπιάδα (584 π.Χ.). Φαίνεται πως παρουσιάστηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και σταδιακά καθιερώθηκε μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ.

Μετά τους Περσικούς πολέμους, αναρτήθηκε επιγραφή στους Δελφούς για τη νίκη εναντίον των Περσών η οποία υμνεί τον Παυσανία ως αρχηγό των Ελλήνων. Η συνείδηση της πανελλήνιας ενότητας προωθείτο μέσω θρησκευτικών εκδηλώσεων, με σημαντικότερη τα Ελευσίνια Μυστήρια, στην οποία οι μυημένοι έπρεπε να μιλούν ελληνικά, και βέβαια μέσω της συμμετοχής στους τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, όπως ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Απαγορευόταν η συμμετοχή στις γυναίκες και στους μη-Έλληνες. Ορισμένες εξαιρέσεις σημειώθηκαν πολύ αργότερα, όπως για παράδειγμα για τον Αυτοκράτορα Νέρωνα και ήταν αδιαμφισβήτητα ένδειξη της ρωμαϊκής ηγεμονίας.




Η ανάπτυξη μυθολογικών γενεαλογιών από επώνυμους ιδρυτές, πολύ αργότερα μετά τη μετανάστευση προς τα νότια Αχαιών, Ιώνων, Αιολέων και Δωριέων, επηρέασε το πώς αντιμετωπίζονταν οι βορειότερες φυλές. Κατά τον Τρωικό Πόλεμο, οι Ηπειρώτες, οι Μολοσσοί και οι Μακεδόνες δε θεωρούνταν Έλληνες, καθώς οι λαοί με αυτές τις ονομασίες δεν ήταν τότε παρά μια μικρή φυλή στη Θεσσαλία, μέλος της οποίας ήταν ο Αχιλλέας. 

Ωστόσο, ακόμα κι όταν η ονομασία επεκτάθηκε, καλύπτοντας όλους τους λαούς νότια του Ολύμπου, οι βορειότεροι λαοί με τις ίδιες ρίζες δεν αποκαλούνταν έτσι. Ένας λόγος ήταν η άρνησή τους να συμμετάσχουν στους Περσικούς Πολέμους. Ωστόσο, αντιπρόσωποι των φυλών αυτών είχαν γίνει δεκτοί στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διαγωνίστηκαν μαζί με άλλους Έλληνες. Ο Θουκυδίδης αποκαλεί βαρβάρους τους Ακαρνάνες, τους Αιτωλούς, τους Ηπειρώτες και τους Μακεδόνες, αλλά το επιχειρεί σε καθαρά γλωσσικό πλαίσιο. Όταν ο ρήτορας Δημοσθένης αποκαλεί τους Μακεδόνες χειρότερους από βαρβάρους στον Γ` Φιλιππικό, το κάνει με σεβασμό στον πολιτισμό τους, ο οποίος απλώς δε συμβαδίζει με τα κοινά ελληνικά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Πολύβιος θεωρεί τις φυλές της δυτικής Ελλάδας, Ηπείρου και Μακεδονίας αμιγώς ελληνικές.

Στους επόμενους αιώνες, ο «Έλληνας» απέκτησε ευρύτερη έννοια, συμβολίζοντας όλους τους πολιτισμένους, ενώ το αντίθετο, «βάρβαρος», αντιπροσώπευε τους απολίτιστους.




Το πρώτο πράγμα που οι ελληνικές φυλές παρατήρησαν ήταν το γεγονός της διαφορετικότητας στην ομιλία με τους γειτονικούς λαούς. Στο γεγονός αυτό βασίζεται ουσιαστικά και ο χαρακτηρισμός βάρβαρος, ως ο ομιλών μια ακατάληπτη γλώσσα.

Ο όρος «βάρβαρος» θεωρείται ότι προέρχεται από τη προσπάθεια απόδοσης της ξενικής αυτής ομιλίας, βάσει της ερμηνείας των παραγόμενων ήχων (bar-bar), που έφτανε στα αυτιά των διαφόρων ελληνικών φυλών ως κάποιο είδος ψευδισμού. Παρόμοια νοοτροπία είχαν και οι Αιγύπτιοι, που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αποκαλούσαν βαρβάρους όλους όσοι μιλούσαν διαφορετική γλώσσα, και για τους Σλάβους πιο πρόσφατα, οι οποίοι αποκαλούσαν τους Γερμανούς με το όνομα nemec, που σημαίνει τραυλός . Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες αποκαλεί τον αγράμματο επιστάτη βάρβαρο, ο οποίος όμως έμαθε στα πουλιά να μιλάνε. Τελικά, ο όρος επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής των ξένων, ταυτίστηκε δηλαδή με τους όρους «αμόρφωτος» ή «απολίτιστος». Έτσι, «ένας αγράμματος άνθρωπος είναι κι αυτός βάρβαρος». 
Σύμφωνα με τον Διονύσιο της Αλικαρνασσού, ένας Έλληνας διέφερε από έναν βάρβαρο σε τέσσερα σημεία: εκλεπτυσμένη γλώσσα, εκπαίδευση, θρησκεία και νόμους . Η ελληνική εκπαίδευση έγινε συνώνυμη με την ευγενή ανατροφή. Ο Απόστολος Παύλος το θεωρούσε υποχρέωσή του να κηρύξει σε όλους τους λαούς το Ευαγγέλιο, σε «Έλληνες και βαρβάρους, σοφούς και ανόητους» .

Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους διήρκεσε μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο Ευριπίδης θεωρούσε λογικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες στους βαρβάρους, γιατί οι πρώτοι προορίζονταν για ελευθερία, ενώ οι δεύτεροι για σκλαβιά . Ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα πως "η φύση ενός βαρβάρου κι ενός δούλου είναι ένα και το αυτό" . Η φυλετική διαφοροποίηση άρχισε να ξεθωριάζει με τη διδασκαλία των Στωικών, που δίδασκαν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον Θεό κι έτσι από τη φύση τους δεν μπορεί να υπάρχει ανισότητα μεταξύ τους. Με τον καιρό, η ονομασία Έλληνας έγινε σημάδι διανόησης κι όχι καταγωγής, όπως είπε κι ο Ισοκράτης.

Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου έφεραν την ελληνική επιρροή στην Ανατολή, "εξάγοντας" τον ελληνικό πολιτισμό και μεταβάλλοντας την εκπαίδευση και τις κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών. Ο Ισοκράτης ανέφερε στον Πανηγυρικό του: "οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι" . Ο Ελληνιστικός πολιτισμός είναι η εξέλιξη του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού με παγκόσμιες προοπτικές. Παρομοίως, η ονομασία Έλληνας εξελίχτηκε από εθνική ονομασία σε πολιτιστικό όρο, που υποδήλωνε κάποιον που διήγαγε τη ζωή του σύμφωνα με τα ελληνικά ήθη και έθιμα. 



Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek  προέρχεται από τη λατινική Graecus, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Γραικός, το όνομα φυλής Βοιωτών που μετανάστευσε στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ..
 Με αυτό το όνομα ήταν γνωστοί οι Έλληνες στη Δύση. 
Ο Όμηρος, κατά την απαρίθμηση των βοιωτικών δυνάμεων στην Ιλιάδα (Κατάλογος των Νηών), παρέχει την πρώτη γραπτή αναφορά για μια πόλη της Βοιωτίας με το όνομα Γραία και ο Παυσανίας αναφέρει ότι Γραία ήταν το όνομα της αρχαίας πόλης της Τανάγρας. Η Κύμη, πόλη δυτικά της Νεάπολης και νότια της Ρώμης, ιδρύθηκε από Κυμείς και Χαλκιδείς, καθώς και κατοίκους της Γραίας. Στην επαφή αυτών των Βοιωτών αποίκων με τους Ρωμαίους ίσως και να οφείλεται η λατινική ονομασία Graeci για όλες τις ελληνόφωνες φυλές.

Ο Αριστοτέλης, η αρχαιότερη πηγή που αναφέρει τη λέξη αυτή, δηλώνει ότι κατακλυσμός "σάρωσε" την κεντρική Ήπειρο, περιοχή της οποίας οι κάτοικοι αποκαλούνταν Γραικοί κι αργότερα ονομάζονταν Έλληνες. Στη Μυθολογία, ο Γραικός είναι ξάδερφος του Λατίνου και η λέξη μάλλον σχετίζεται με τη λέξη γηραιός, που ήταν ο τίτλος των ιερέων της Δωδώνης
Ονομάζονταν επίσης Σελλοί, κάτι που δείχνει τη σχέση μεταξύ των δυο βασικών ονομασιών των Ελλήνων. Η επικρατούσα θεωρία για τον αποικισμό της Ιταλίας είναι ότι τμήμα κατοίκων της Ηπείρου διέσχισαν τη Δωδώνη και μετοίκησαν στη Φθία και έγιναν γνωστοί ως Έλληνες, η φυλή που οδήγησε στην Τροία ο Αχιλλέας. Οι υπόλοιποι κάτοικοι αναμείχθηκαν με άλλες φυλές που κατέφτασαν αργότερα, χωρίς όμως να χάσουν το όνομά τους. Από εκεί ταξίδεψαν δυτικά προς την Ιταλία, πριν καταφτάσει το πρώτο κύμα αποικισμού στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.

Στην Ανατολή, καθιερώθηκε ένας εντελώς διαφορετικός όρος. Οι αρχαίοι λαοί της Μέσης Ανατολής αναφέρονταν στους Έλληνες ως Yunan, από την περσική λέξη Γιαουνά (Yaunâ), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Ιωνία, δηλαδή τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., οι Πέρσες κατέκτησαν την ιωνική φυλή κι έτσι η ονομασία αυτή επεκτάθηκε για όλους τους Έλληνες.

Οι αρχαιότερες αναφορές στους Yaunâ βρίσκονται στις αυτοκρατορικές επιγραφές της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Η πρώτη από αυτές (520 π.Χ.) είναι επιγραφή του Δαρείου Α` στο Μπεχιστούν (Behistun). Σε άλλη επιγραφή του Δαρείου Α`, στο Νακς-ι Ρουστάμ (Naqš-i Rustam), αναφέρονται οι Yaunâ με το ασπιδοειδές καπέλο. Αυτή η ονομασία προέρχεται από τη χρήση της καυσίας, δηλαδή του μακεδονικού πλατύγυρου καπέλο για τον ήλιο (παραλλαγής του πέτασου), και υπονοεί τους Μακεδόνες. Επίσης, επιγραφή του Ξέρξη στην Περσέπολη και τις Πασαργάδες μιλάει για Yaunâ, κοντά και πέρα από τη θάλασσα.
Όλοι οι λαοί υπό την περσική κυριαρχία υιοθέτησαν αυτό τον όρο και από εκεί προέρχεται η σανσκριτική λέξη Γιαβάνα, που συναντά κανείς σε αρχαία σανσκριτικά κείμενα, κι αργότερα αναφέρεται στους Έλληνες των ελληνιστικών βασιλείων της Ινδίας, καθώς και οι λέξεις Yona στη γλώσσα Πάλι και Yonaka(όρος με τον οποίο αυτοχαρακτηρίζονταν οι Έλληνες της Βακτρίας). 
Ο όρος Yunan (युनान) χρησιμοποιείται σήμερα στα τουρκικά, τα αραβικά (يوناني), τα περσικά, τα αζερικά, τα ινδικά Χίντι (यूनान) και τις γλώσσες Μαλάι (Ινδονησία, Μαλαισία κα).



Η ονομασία Έλληνας απέκτησε εντελώς θρησκευτική σημασία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και το τέλος της πρώτης χιλιετίας, διάστημα κατά το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Καίρια ήταν η επαφή με τον Ιουδαϊσμό, καθώς κληροδότησε τη θρησκευτική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Οι Εβραίοι, όπως κι οι Έλληνες, διαφοροποιούσαν εαυτούς από τους ξένους, οι πρώτοι όμως με θρησκευτικά κι όχι πολιτιστικά κριτήρια.

Με την κατάκτηση των Ελλήνων από τη Ρώμη, όπως οι Έλληνες θεωρούσαν βαρβάρους όλους τους απολίτιστους λαούς, έτσι κι οι Εβραίοι θεωρούσαν όλους τους παγανιστές goyim (άπιστους, κυριολεκτικά "έθνη"). Η θρησκευτική αυτή διάκριση υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς κι έτσι αναφέρονταν σε όλους τους παγανιστές ως Έλληνες.
Ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του χρησιμοποιεί την ονομασία Έλληνας σχεδόν πάντα σε σχέση με την ονομασία Εβραίος, πιθανότατα με σκοπό να αντιπροσωπεύσει το σύνολο των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων . 

Ο Έλληνας χρησιμοποιείται με θρησκευτική σημασία για πρώτη φορά στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον . Καθαρά θρησκευτική σημασία έφτασε να κατέχει ο όρος κατά το 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ. Ο Αθηναίος Αριστείδης αναφέρεται στους Έλληνες ως έναν από τους αντιπροσωπευτικούς παγανιστικούς λαούς, μαζί με τους Αιγύπτιους και τους Χαλδαίους. Αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει έναν ανώνυμο Χριστιανό συγγραφέα, που αποκαλούσε τους παραπάνω Έλληνες και μιλούσε για δυο παλιά έθνη κι ένα νέο: το χριστιανικό έθνος.

Από τότε και στο εξής, ο όρος δε σήμαινε εθνική καταγωγή ούτε ελληνική εκπαίδευση, αλλά γενικά παγανιστές, ανεξαρτήτου φυλής. Η προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ιουλιανού να επαναφέρει τον παγανισμό απέτυχε και σύμφωνα με τον Πάπα Γρηγόριο Α`, "τα πράγματα εξελίχθηκαν υπέρ της Χριστιανοσύνης και η θέση των Ελλήνων επλήγη σοβαρά" . Μισό αιώνα αργότερα, Χριστιανοί διαμαρτύρονται εναντίον του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας, κατηγορώντας τον ότι ήταν Έλληνας . Ο Θεοδόσιος Α` προέβη στα πρώτα "νομοθετικά" βήματα εναντίον του παγανισμού, αλλά οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού προκάλεσαν διώξεις των παγανιστών σε μαζικό βαθμό. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας περιείχε δυο νόμους, που διέτασσαν την ολοκληρωτική καταστροφή του Ελληνισμού, ακόμα και στο δημόσιο βίο. Οι μη-Χριστιανοί θεωρούνταν δημόσια απειλή, κάτι που υποβίβασε ακόμη περισσότερα τη σημασία του Έλληνα. Παραδόξως, σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, οΤριβωνιανός, ο ίδιος ο νομικός αρμοστής του Ιουστινιανού, ήταν "Έλληνας".


Την εποχή της πτώσης της Ρώμης (το 476 μ.Χ.) οι περισσότεροι κάτοικοι της Ανατολής είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είχαν κάποια ιδέα ότι ήταν Ρωμαίοι. Ακόμη κι αν δε συμπαθούσαν τη διακυβέρνησή τους περισσότερο απ` ό,τι πριν, οι Έλληνες ανάμεσά τους δεν μπορούσαν πλέον να τη θεωρούν ξένη, ότι ασκούνταν από Λατίνους στην Ιταλία. Η ίδια η λέξη Έλλην είχε ήδη αρχίσει να σημαίνει ειδωλολάτρης παρά έναν άνθρωπο ελληνικής φυλής ή που μετείχε στον ελληνικό πολιτισμό. Αντίθετα η συνηθισμένη λέξη για έναν Έλληνα της Ανατολής είχε αρχίσει να είναι το Ρωμαίος, το οποίο εμείς οι σύγχρονοι αποδίδουμε ως Βυζαντινός.


Ρωμαίοι είναι η ονομασία με την οποία οι Έλληνες ήταν γνωστοί κατά τον Μεσαίωνα. Ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, η θρησκευτική αλλοίωση του ονόματος Έλλην ολοκληρώθηκε. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας υιοθέτησαν την ονομασία Ρωμαίοι, επειδή η προηγούμενη είχε χάσει την παλαιότερη σημασία της. Έτσι ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξελληνιζόταν, το όνομα των Ελλήνων εκρωμαϊζόταν.

Το ξένο δανεικό όνομα αρχικά είχε περισσότερο πολιτική παρά εθνική σημασία, η οποία συνοδοιπορούσε με την οικουμενική ιδεολογία της Ρώμης που φιλοδοξούσε να περικλείσει όλα τα έθνη του κόσμου κάτω από ένα αληθινό Θεό. Μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, όταν η Αυτοκρατορία ακόμη έλεγχε μεγάλες εκτάσεις και πολλούς ανθρώπους, η χρήση του ονόματος Ρωμαίος πάντα δήλωνε την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων και ποτέ καταγωγή. Διάφορες εθνότητες μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα εθνικά ονόματά τους ή τα τοπωνύμια τους, για να αποσαφηνίζουν την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων από τη γενεαλογία, γι’ αυτό ο ιστορικός Προκόπιος προτιμά να αποκαλεί τους Βυζαντινούς εξελληνισμένους Ρωμαίους, ενώ άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν Ρωμαιοέλληνες και Ελληνορωμαίοι, αποβλέποντας στο να δηλώσουν καταγωγή και κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων συγχρόνως. 

Οι εισβολές των Λομβαρδών και των Αράβων τον ίδιο αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια των περισσότερων επαρχιών, συμπεριλαμβανομένων και της Ιταλίας και όλης της Ασίας, εκτός από την Ανατολία. Οι περιοχές που διατηρήθηκαν ήταν κυρίως ελληνικές, μετατρέποντας έτσι την αυτοκρατορία σε μια πολύ πιο συνεκτική ενότητα που τελικά εξελίχτηκε σε σαφώς ενσυνείδητη ταυτότητα. Διαφορετικά απ’ ότι τους προηγούμενους αιώνες, προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. εκφράζεται στα βυζαντινά έγγραφα μια ξεκάθαρη αίσθηση εθνικισμού.

Η αποτυχία των Βυζαντινών να προστατεύσουν τον Πάπα από τους Λομβαρδούς εξανάγκασε τον Πάπα να αναζητήσει βοήθεια αλλού. Στο αίτημά του απάντησε ο Φράγκος ηγεμόνας  Πιπίνος II από την Ακουϊτανία, τον οποίο είχε ονομάσει "Πατρίκιο", τίτλο που προκάλεσε σοβαρή σύγκρουση. Το 772, η Ρώμη έπαψε να μνημονεύει τον αυτοκράτορα  και στα 800 ο Καρλομάγνος στέφθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας από τον ίδιο τον Πάπα, επίσημα απορρίπτοντας τους Βυζαντινούς ως πραγματικούς Ρωμαίους. Σύμφωνα με τη ερμηνεία των γεγονότων από τους Φράγκους, ο παπισμός κατάλληλα "μετέφερε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία από τους Έλληνες στους Γερμανούς, στο όνομα της Μεγαλειότητός του, του Καρόλου". 

Στο εξής, ένας πόλεμος ονομάτων ξέσπασε γύρω από τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά δικαιώματα. Αδυνατώντας να αρνηθούν ότι υπήρχε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, ικανοποιούνταν αποκηρύσσοντας τον ως διάδοχο της ρωμαϊκής κληρονομιάς με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμιά σχέση με τη ρωμαϊκή κληρονομιά. Ο Πάπας Νικολάος Α` έγραψε στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ`, "Παύσατε να αποκαλείστε `Αυτοκράτωρ Ρωμαίων,` αφού οι Ρωμαίοι των οποίων ισχυρίζεστε ότι είστε Αυτοκράτορας, είναι στην πραγματικότητα βάρβαροι, κατά τη γνώμη σας".

Στο εξής, για τους Δυτικούς, ο αυτοκράτορας στην Ανατολή ήταν γνωστός και μνημονευόταν ως Αυτοκράτωρ Ελλήνων και η χώρα τους ως Ελληνική Αυτοκρατορία, διατηρώντας και τους δύο "Ρωμαϊκούς" τίτλους για τον Φράγκο βασιλιά. Το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών ήταν περισσότερο κατ’ όνομα παρά πραγματικό. Καμιά γη δε διεκδικήθηκε ποτέ, αλλά η προσβολή που οι Βυζαντινοί αισθάνθηκαν για την κατηγορία καταδεικνύει πόσο συναισθηματικά συνδεδεμένοι ήταν με το όνομα Ρωμαίος. Ενδεικτικά, ο Επίσκοπος Λιουτπράνδος (Cremon Liutprand), απεσταλμένος της φραγκικής αυλής, φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, επειδή δεν αναφέρθηκε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον κατάλληλο τίτλο του. Η φυλάκισή του θεωρήθηκε αντίμετρο στην ίδρυση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Otto I (Όθωνα Α`).

Είναι γενικά αποδεκτό ότι  οι «Ρωμαίοι» των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου αποτελούσαν έθνος που σε μεγάλο βαθμό, και ειδικά μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, ταυτίζεται με το νεότερο ελληνικό έθνος.

Ο πρώτος που διατύπωσε αυτή την άποψη ήταν ο Α. Καλδέλλης (καθηγητής βυζαντινολόγος στο Παν/μιο του Οχάιο). Κατά τη γνώμη του οι Ρωμαίοι δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους Έλληνες πριν το 1204 και ο Ελληνισμός ήταν κατασκευή των μορφωμένων η οποία κατά την Αυτοκρατορία της Νίκαιας έγινε το κύριο συστατικό μια εθνικιστικής ιδεολογίας.

Ο Χρήστος Μαλατράς διαπιστώνει ότι οι Ρωμαίοι των πηγών του 12ου-13ου αιώνα αποτελούν εθνική ομάδα που αναφέρεται με τους πρακτικά συνώνυμους όρους γένος, έθνος και φύλο. Ο όρος «Ρωμαίος» δεν ταυτίζεται με τον υπήκοο του Βυζαντίου αφού αποδίδεται και σε χριστιανούς υπό τον Τούρκο σουλτάνο ενώ υπάρχουν υπήκοοι του Βυζαντίου που δεν θεωρούνται Ρωμαίοι αλλά «αλλογενείς» και «βάρβαροι». Επίσης διαπιστώνει ότι ο όρος δεν είναι κατασκευή των μορφωμένων αφού αναγνωρίζεται και από τον λαό. Γεωγραφικές περιοχές του Βυζαντίου όπως η Σερβία, η Βουλγαρία και η Κιλικία δεν θεωρούνταν «περιοχές των Ρωμαίων» ενώ ταυτόχρονα «αλλογενείς» κατοικούσαν σε περιοχές Ρωμαίων. Πρόσωπα που δεν υπάκουαν στον αυτοκράτορα δεν έπαυαν να θεωρούνται Ρωμαίοι. Δεν ονομάζονταν έτσι οι Σλάβοι και Αιγύπτιοι χριστιανοί ορθόδοξοι ούτε αρκούσε η γνώση της ελληνικής γλώσσας για να ονομαστεί κάποιος Ρωμαίος. Τα κύρια όρια αυτής της εθνικής ομάδας, η ορθοδοξία και η ελληνική γλώσσα, έπρεπε να είχαν αποκτηθεί εκ γενετής.


Την ίδια εποχή (12ος-13ος αι.) οι Ρωμαίοι της αρχαίας Ρώμης γίνονται αντιληπτοί ως Άλλοι. Απορρίπτεται το πρό Μεγάλου Κωνσταντίνου λατινικό παρελθόν και αποκαθίσταται το αρχαίο ελληνικό ενώ αναγνωρίζεται ότι η χριστιανική θρησκεία δεν επαρκεί για να σχηματιστεί η ταυτότητα αυτής της εθνικής ομάδας η οποία επιβιώνει στους επόμενους αιώνες μέχρι τον σχηματισμό έθνους-κράτους τον 19ο αιώνα. Τότε επισήμως υιοθετείται το όνομα Έλληνας αντί του Ρωμαίος.

Ο όρος "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" επινοήθηκε το 1557, έναν αιώνα περίπου μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Βολφ (Hieronymus Wolf), ο οποίος εισήγαγε ένα σύστημα βυζαντινής ιστοριογραφίας στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae, για να διακρίνει την αρχαία ρωμαϊκή από τη μεσαιωνική ελληνική ιστορία, χωρίς να στρέψει την προσοχή προς τους αρχαίους προγόνους τους. Αρκετοί συγγραφείς υιοθέτησαν την ορολογία του στη συνέχεια, αλλά παρέμεινε σχετικά άγνωστη. Όταν το ενδιαφέρον αυξήθηκε, οι Άγγλοι ιστορικοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ορολογία "ρωμαϊκή" (ο Έντουαρντ Γκίμπον (Edward Gibbon) τη χρησιμοποιούσε με έναν ιδιαίτερα μειωτικό τρόπο)• ενώ οι Γάλλοι ιστορικοί προτιμούσαν να την ονομάζουν "ελληνική". Ο όρος επανεμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και από τότε έχει κυριαρχήσει πλήρως στην ιστοριογραφία, ακόμη και στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου  ότι η αυτοκρατορία θα έπρεπε να καλείται "Ελληνική". Λίγοι Έλληνες λόγιοι υιοθέτησαν την ορολογία εκείνη την εποχή, αλλά έγινε δημοφιλής μόνο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

H εξωεκκλησιαστική χρήση της ονομασίας Έλληνας αναβίωσε τον 9ο αιώνα, μετά την έκλειψη του παγανισμού, που δεν ήταν πλέον απειλή για την κυριαρχία του Χριστιανισμού. Ο όρος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία απέκτησε αρχικά την πολιτισμική του σημασία και μέχρι τον 11ο αιώνα απέκτησε την αρχική του σημασία: του ανθρώπου με ελληνική καταγωγή, συνώνυμου εκείνη την εποχή με τον όρο Ρωμαίος.

Η επανίδρυση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης στο παλάτι της Μαγναύρας δημιούργησε ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσης, ιδιαίτερα στις ελληνικές σπουδές. Ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄ ενοχλείτο που "οι ελληνικές σπουδές προτιμώνταν αντί των πνευματικών έργων". Ο Μιχαήλ Ψελλός λαμβάνει ως φιλοφρόνηση τα λόγια του Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ`, ότι "είχε ελληνική ανατροφή" και ως αδυναμία του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ`την έλλειψη ελληνικής εκπαίδευσης , ενώ η Άννα Κομνηνή ισχυριζόταν ότι "κατείχε τη σπουδή των Ελληνικών στο μέγιστο βαθμό" και, σχολιάζοντας την ίδρυση ορφανοτροφείου από τον πατέρα της, ανέφερε πως "εκεί μπορούσε να δει κανείς να εκπαιδεύεται ένας Λατίνος, ένας Σκύθης να μελετά Ελληνικά, ένας Ρωμαίος να διαβάζει ελληνικά κείμενα κι ένας αγράμματος Έλληνας να μιλάει σωστά Ελληνικά" . Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να λεχθεί πως οι Βυζαντινοί ήταν Ρωμαίοι σε πολιτικό επίπεδο αλλά Έλληνες στην καταγωγή.

Ο Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς αποσαφηνίζει το διαχωρισμό αυτό στην αναφορά του για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204: στους εισβολείς αναφέρεται με το γενικό όρο Λατίνοι, περιλαμβάνοντας τους συναφείς με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ με τον όρο Έλληνες αναφέρεται στον κυρίαρχο πληθυσμό της αυτοκρατορίας .

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, τονίζεται ο ελληνικός εθνικισμός. Ο Νικήτας Χωνιάτης υπογράμμιζε τα αίσχη των Λατίνων απέναντι στους Έλληνες στην Πελοπόννησο . Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης ανέφερε ως "Έλληνες" τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες .

Ο δεύτερος Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης απηύθυνε μια επιστολή στον Πάπα Γρηγόριο Θ` σχετικά με τη "φρόνηση, η οποία επιδαψιλεύει το Ελληνικόν Έθνος". Υποστήριζε ότι η μεταβίβαση της αυτοκρατορικής εξουσίας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη υπαγορεύθηκε από εθνικούς μάλλον παρά από γεωγραφικούς λόγους και, κατά συνέπεια, δεν ανήκε στους Λατίνους που είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη: Η κληρονομιά του Κωνσταντίνου του Μεγάλου μεταβιβάσθηκε στους Έλληνες, έτσι υποστήριζε, και αυτοί μόνοι ήσαν οι κληρονόμοι και διάδοχοί του. 
Ο γιος του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις επιθυμούσε σφοδρότατα να προβάλει το όνομα των Ελλήνων, με πραγματικό εθνικιστικό ζήλο. Προέβαλε ως επιχείρημα ότι "η Ελληνική φυλή επικρατεί των άλλων γλωσσών" και ότι "κάθε τομέας φιλοσοφίας και κάθε μορφή γνώσης είναι επινόηση των Ελλήνων... Τι έχετε, εσείς, ώ Ιταλοί, να επιδείξετε;"

Η εξέλιξη του ονόματος ήταν αργή και ποτέ δεν αντικατέστησε πλήρως το "ρωμαϊκό" όνομα. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ονόμασε το ιστορικό έργο του "Ρωμαϊκή Ιστορία". Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ` Καντακουζηνός, μέγας υποστηρικτής της ελληνικής παιδείας, στα απομνημονεύματά του αναφέρεται πάντα στους Βυζαντινούς με τον όρο "Ρωμαίοι", εν τούτοις σε μια επιστολή που του απέστειλε ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Νάσερ Χασάν μπεν Μοχάμεντ, τον μνημονεύει ως "Αυτοκράτορα των Ελλήνων, Βουλγάρων, Ασάνων, Βλάχων, Ρώσων και Αλανών", όχι όμως των "Ρωμαίων". Τον επόμενο αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων υπέδειξε στον Κωνσταντίνο 11ο Παλαιολόγο ότι ο λαός, του οποίου ηγείται, είναι "Έλληνες, όπως πιστοποιεί η φυλή, η γλώσσα και η παιδεία τους", ενώ ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης συνηγορούσε υπέρ της ολοσχερούς αντικατάστασης του όρου "Ρωμαίοι" με τον όρο "Έλληνες". Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τελικά ανακήρυξε την Κωνσταντινούπολη ως το "καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και αγάπη όλων των Ελλήνων".

Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, ξεκίνησε μια σφοδρή ιδεολογική διαμάχη ανάμεσα στις τρεις διαφορετικές ονομασίες των Ελλήνων. Η διαμάχη αυτή κόπασε για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά επιλύθηκε οριστικά μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά την ανακατάληψη της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους.

Η προετοιμασία του ελληνισμού για την εθνική του αφύπνιση, είναι σαφές ότι περιέχει πολλές παραμέτρους οι οποίες και θα αναλυθούν, ώστε να γίνουν κατανοητές οι ζυμώσεις της προεπαναστατικής περιόδου. Η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στην προετοιμασία της αφύπνισης του ελληνικού έθνους είναι μεγάλη, καθώς με τα έργα των Ελλήνων διανοούμενων της εποχής, συνέβαλλαν στη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης, της γλώσσας και της εκπαίδευσης των Ελλήνων. Οι διανοούμενοι θεώρησαν την παιδεία βασικό θεμέλιο της εθνικής αφύπνισης. Το πνευματικό αυτό κίνημα αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για τoν σκοπό αυτό, μεταφέροντας τις ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με την μετάφραση των έργων των μεγάλων Διαφωτιστών της Δύσης. Ως αποτέλεσμα του ξεσπάσματος του Αιώνα των Φώτων την περίοδο αυτή στην Ευρώπη, παρατηρείται το φαινόμενο της εμφάνισης εθνικών ομάδων οι οποίες, αν κι ακόμη ζουν μέσα στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες, αρχίζουν να αναζητούν την ανεξαρτησία τους.
Στον ελληνικό χώρο τα πράγματα είναι διαφοροποιημένα. Η Ελλάδα ήταν ένα κράμα γλωσσών, πολιτισμών, εθνοτήτων και θρησκειών. Επίσης, ήταν τμήμα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας η οποία δεν είχε καμία σχέση με την Ευρώπη. Η έλλειψη παιδείας και νόμων ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της. Οι σουλτάνοι δεν ήταν φίλοι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες οι οποίοι τα καλλιεργούσαν στις αυλές τους. Το Οθωμανικό κράτος είχε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, άλλη κυρίαρχη θρησκεία, άλλους θεσμούς, άλλη πολιτική οργάνωση. Τα έθνη που διαβιούσαν στην αυτοκρατορία χωρίζονταν σε μιλέτια, το μιλέτι των πιστών, το μιλέτι των Εβραίων και το μιλέτι των Ρωμιών (Ρούμ). Είναι, όμως γεγονός ότι οι υπόδουλοι Έλληνες ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τα άλλα μιλέτια, καθώς είχαν τη δική τους διοίκηση και συμμετείχαν και στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας. Οι βασικές έννοιες που θα προσεγγιστούν, είναι του Γένους και του Έθνους, καθώς και θα αναλυθούν τα τρία εθνικά ονόματα, Ρωμιός, Γραικός και Έλληνας. Είναι γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού του οποίου κύριος σκοπός ήταν ο φωτισμός του Γένους και η προετοιμασία για την ανάστασή του, εκφράστηκαν απόψεις για το θέμα του ονοματισμού του αλλά και της γλώσσας του.
Οι έννοιες Γένους και Έθνους άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε αποκλίνουν. Στα κείμενα του Διαφωτισμού συνυπάρχουν και οι δύο, πολλές φορές με διαφορετικές αποχρώσεις. Στην αρχή, το Γένος βασίζεται στην καταγωγή, ενώ σε μεταγενέστερους εκπροσώπους του Διαφωτισμού και κυρίως τους ριζοσπαστικούς χάνει την οικουμενικότητά του. Κι αυτό για το λόγο ότι, οι επιδιώξεις του Γένους αλλάζουν και στρέφεται προς τη δημιουργία εθνικού κράτους και έτσι, εμφανίζεται ο όρος Έθνος. Με τον όρο Γένος εννοείται το σύνολο των Ελλήνων που κατοικεί στην πάλαι ποτέ Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το οποίο είναι κληρονόμος της. Κύρια επιδίωξη, η ανάσταση της αυτοκρατορίας που τώρα βρίσκεται εφήμερα κάτω από την κυριαρχία άπιστου κατακτητή με την ανοχή του οποίου, οι υπόδουλοι αναρριχήθηκαν στις διοικητικές τάξεις και έλαβαν μέρος της εκτελεστικής εξουσίας καθώς και προνόμια . Κατά κάποιο τρόπο το Γένος είναι σε αναλογία με τη θρησκευτική ταυτότητα των Ελλήνων, δεν ερχόταν σε ρήξη με την αυτοκρατορία και ήταν ενταγμένο στο μιλέτ, τη θρησκευτική ομάδα που ήταν θεσμός των Οθωμανών. Αντίθετα το Έθνος, εκφράζει τις νέες ιδέες. Ο όρος είναι αποτέλεσμα των εθνικιστικών τάσεων, βασισμένος στα κηρύγματα των Διαφωτιστών, της Γαλλικής επανάστασης και στη στροφή προς την Αρχαία Ελλάδα με πρότυπα την Αθήνα και τη Σπάρτη. Η επιδίωξη εδώ είναι η δημιουργία εθνικού δημοκρατικού κράτους, το οποίο δεν έχει κέντρο του την Πόλη αλλά την κυρίως Ελλάδα. Παρατηρείται η εμφάνιση του όρου, «ελληνική πατρίδα». Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε, το Έθνος δεν έχει να κάνει με τη θρησκεία αλλά με την πολιτική και είναι μεταγενέστερο . Η ύπαρξη των όρων αυτών έρχεται σε αντιστοιχία και με την ονοματοθεσία των Ελλήνων στην οποία κυριαρχούν τρία ονόματα.
Καταρχήν, είναι οι Ρωμιοί που υποστηρίζονται από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας και τα μέλη της άρχουσας ελληνικής τάξης, στενά συνδεδεμένα με αυτή, τους Φαναριώτες, καθώς και οι αξιωματούχοι του σουλτάνου οι οποίοι έχουν στα χέρια τους την τοπική αυτοδιοίκηση. Φυσικά, οι πρόμαχοι του τίτλου αυτού επιθυμούν τη, με κάθε τρόπο, διατήρηση του Αυτοκρατορικού μοντέλου. 

Ο όρος Ρωμιός την εποχή αυτή είναι γεγονός ότι κατέχει περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα, παρά πολιτικό ή εθνικό. Ο Καταρτζής δίνοντας τον ορισμό της έννοιας, την εξισώνει με τη θρησκεία, Ρωμιός χριστιανός. Βασίζεται, δηλαδή, στον προσδιορισμό του έθνους μέσα από το χώρο του μιλετίου και όχι της ιθαγένειας . Η καταγωγή του ονόματος των Ρωμιών έρχεται από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Είναι γνωστό ότι κατά τους πρώτους αιώνες της, οι θεσμοί και η δομή της, ήταν εξισωμένοι με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της οποίας φυσική συνέχεια ήταν η Βυζαντινή. Με τον εξελληνισμό της, όμως, άρχισε να μεταβάλλεται και να απομακρύνεται από αυτήν. Όχι, όμως, και το όνομα που εξακολούθησε να δηλώνει την ταυτότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας . Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Εκκλησία η οποία εκπροσωπούνταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ήταν αυστηρά ιεραρχημένη, ενώ παράλληλα, τύγχανε προνομίων, όπως οικονομική διαχείριση, δικαστική εξουσία και σχετική διοικητική αυτονομία. Ο Πατριάρχης ήταν ενταγμένος στους διοικητικούς θεσμούς των Οθωμανών, και όπως γινόταν για όλα τα αξιώματα, ιδίως κατά την εποχή που αναφέρεται, λάμβανε τον πατριαρχικό θώκο με εξαγορά από το κράτος. Το Πατριαρχείο προσπάθησε να προβάλλει τη γλώσσα των εκκλησιαστικών κειμένων και τη διδασκαλία της, έχοντας έδρα του τη συνοικία, Φανάρι, της Πόλης, όπου και εδραιώθηκε και η ελληνική αριστοκρατία, οι Φαναριώτες.
Οι Φαναριώτες αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα του Γένους για το λόγο ότι, είχαν στα χέρια τους εκτελεστική εξουσία. Η διοικητική μηχανή των Οθωμανών στηριζόταν στο Βυζάντιο εξαιτίας, όμως, της αποφυγής των σουλτάνων να δίνουν σε ομόθρησκά τους άτομα υψηλές διοικητικές θέσεις, τις πρόσφεραν στην αριστοκρατική τάξη των Ελλήνων. Τα αξιώματα του Μεγάλου Δραγουμάνου και του Δραγουμάνου του Στόλου δόθηκαν στους Φαναριώτες. Μπαίνοντας οι υπόδουλοι στην διοίκηση των απίστων, το θεώρησαν σαν απαρχή της αφύπνισής τους. Με την πάροδο του χρόνου, οι Φαναριώτες κέρδιζαν όλο και μεγαλύτερα προνόμια και αξιώματα. Γίνονταν Οσποδάροι, διοικητές των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Εκεί, όντας όμοροι με την Ευρώπη, έφεραν στις Αυλές τους την επιστήμη, τη διανόηση και την παιδεία των Διαφωτιστών. Με αυτόν τον τρόπο, πέρασαν οι νέες ιδέες στον Ελληνικό χώρο. Τέλος, οι Φαναριώτες είχαν και καλή σύνδεση με τη Ρωσία πάνω στην οποία αυτοί και η Εκκλησία στήριζαν τις ελπίδες τους για απελευθέρωση. Σε πολλές περιοχές της σημερινής κυρίως Ελλάδας, υπήρχε οργανωμένη τοπική αυτοδιοίκηση με κύριο μέλημά της τη συλλογή της φορολογίας. Και αυτοί οι αξιωματούχοι, οι κοτζαμπάσηδες, οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες ήταν με το μέρος των Φαναριωτών και της Εκκλησίας. Ελπίδα τους ότι με την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήδη διαφαινόταν, θα ανέβαιναν Χριστιανοί, ακόμη και στον Αυτοκρατορικό θρόνο και θα έφερναν την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Παράλληλα με το όνομα των Ρωμιών, η ονομασία Γραικοί υποστηρίζεται από παράγοντες του εξωτερικού και τους Έλληνες της διασποράς. Ήδη από παλαιότερα υπήρχαν στην Ευρώπη Ελληνικές παροικίες στις οποίες παρατηρήθηκε μεγάλη εκδοτική δραστηριότητα. Είναι γνωστό ότι μετά την άλωση πολλοί Βυζαντινοί λόγιοι πήγαν στην Ευρώπη και βοήθησαν στη μελέτη των Αρχαίων Ελλήνων, πάνω στην οποία είχαν στηριχθεί το κίνημα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Εξαιτίας των πολιτικών ζυμώσεων που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη την περίοδο αυτή, έρχονται σε άμεση επαφή με τις νέες πολιτικές ιδέες και όπως είναι φυσικό, έρχονται σε ρήξη με το αυτοκρατορικό μοντέλο. Οι παράγοντες αυτοί είναι οι έμποροι, επιχειρηματίες, καθώς και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα τα οποία ενστερνίζονται τις ριζοσπαστικές ιδέες, επιθυμώντας κοινωνική ανάδειξη και συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων. Η στροφή προς την Ευρώπη έγινε κάτω από συγκεκριμένους παράγοντες. Πρώτα, πρώτα ήταν ομόδοξη, παρά τις δογματικές διαφορές. Επίσης, θαύμαζε το αρχαίο Ελληνικό μεγαλείο, ενώ ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός θεμελιωνόταν στον Ελληνορωμαϊκό. Το γεγονός της παραμονής των Ελλήνων στην Ευρώπη τους βοήθησε ώστε να λάβουν ευρωπαϊκή παιδεία και σκέψη. 

Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι έδωσαν σε πολλούς Έλληνες την ελπίδα ότι θα απελευθερωνόταν η Ελλάδα από τον Ναπολέοντα. Το γεγονός αυτό γινόταν πιο έντονο με την διάδοση της πιθανότητας ότι εκείνος καταγόταν από την Ελλάδα. Ο πολιτικός στόχος του Γάλλου Αυτοκράτορα, όμως, καμία σχέση δεν είχε με τις επιδιώξεις των Ελλήνων. Το σίγουρο είναι ότι από τους πολέμους αυτούς επωφελήθηκαν οι Έλληνες έμποροι οι οποίοι κινδυνεύοντας διακινούσαν στα ευρωπαϊκά λιμάνια τα προϊόντα τους, εκεί που ο αποκλεισμός του Ναπολέοντα δεν επέτρεπε την είσοδο αγγλικών καραβιών.

Οι παράγοντες αυτοί, λοιπόν, ώθησαν τους υπόδουλους να ελπίζουν ανάλογα με τις απόψεις τους σε δύο κυρίως δυνάμεις, τη Ρωσία και τη Γαλλία. Καταρχήν, στηρίζονταν στη Ρωσία, η οποία βασιζόμενη στην ελπίδα των Ελλήνων ότι ήταν φυσικός προστάτης τους, ως ομόδοξη, προσπαθούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Κύρια επιδίωξη της Ρωσίας ήταν η έξοδός της στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο και αυτό αποτέλεσε αιτία πολλών ρωσοτουρκικών πολέμων. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ουσιαστικότερη συμβολή της Ρωσίας ήταν η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774. Με αυτήν τη συνθήκη τα ελληνικά πλοία μπορούσαν με ρωσική σημαία να διασχίζουν το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο. Ουσιαστικά, όμως, ήταν συνθήκη που ρύθμιζε τις ρωσοτουρκικές διαφορές. Όσο για τα ελληνικά πλοία, αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη κίνηση των Ρώσων υπέρ των Ελλήνων, αλλά απλά μία θετική συγκυρία. Εξάλλου, κατατοπιστικός σχετικά με τους Ρώσους και του θρύλου περί «Ξανθού Γένους», είναι ο Αδαμάντιος Κοραής. Ο Κοραής θεωρεί ότι οι Έλληνες πρέπει να βασιστούν στην Γαλλία, στηριζόμενος στο Διαφωτισμό που έχει προηγηθεί αλλά και στη ρωσική κυριαρχία στα Επτάνησα, η οποία δεν βοήθησε σε τίποτα τους Επτανήσιους, και με ενδιαφέροντα επιχειρήματα εξισώνει τους Γάλλους με τους Αρχαίους Έλληνες. Ο Κοραής γενικά προτείνει την υιοθέτηση του ονόματος Γραικός, για τον λόγο ότι οι Ευρωπαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες με αυτόν τον τρόπο. Ο ίδιος είχε ζήσει στη Γαλλία και θεωρούσε ότι η στροφή σ’ αυτήν είναι απαραίτητη γιατί, η αφύπνιση του Γένους έπρεπε να στηριχθεί στην παιδεία, άρα στο σχολείο της Ευρώπης τη Γαλλία. Είναι αντίθετος με το αυτοκρατορικό μοντέλο και την ονομασία Ρωμιός, ενώ παράλληλα προτείνει το όνομα Έλληνας.

Τέλος, η ονομασία Έλληνες, υποστηρίζεται κυρίως από αυτούς που θεωρούν απαραίτητη τη σύνδεση με την αρχαιότητα. Έρχονται και αυτοί σε σύγκρουση με το αυτοκρατορικό μοντέλο και καταφεύγουν στην ευρωπαϊκή βοήθεια με κυριότερο αίτημα την ένταξή τους στο δυτικό κόσμο. Αποστρέφονται το Βυζάντιο το οποίο εξάλλου είχε καταδιώξει το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Η ονομασία αυτή συνδέεται με την γέννηση της εθνικής συνείδησης που ήταν αποτέλεσμα της έλευσης των Διαφωτιστικών ιδεών και της εθνικιστικής έξαρσης στην Ευρώπη. Κορμός αυτής της κίνησης ήταν η αναζήτηση της κοινής καταγωγής με τους Αρχαίους Έλληνες και της αναγωγής της αρχαιότητας σε καίριο κρίκο για την εθνική αφύπνιση και ολοκλήρωση. Είναι γεγονός ότι η σύνδεση με την αρχαιότητα έγινε σε πρώτο βαθμό με την εμφάνιση αρχαιοελληνικών ονομάτων στα παιδιά των Ελλήνων και στα πλοία τους. Επίσης, η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού σ’ αυτήν την κατεύθυνση στάθηκε μεγάλη. Το κίνημα βοήθησε στη διάδοση των αρχαίων ιδεών με τη μελέτη τους και στην προσπάθεια μορφοποίησης μιας ελληνικής γλώσσας καθαρής από τις ξένες επιρροές και κοντινής στην Αρχαία Ελληνική. Αν και οι απόψεις ποικίλουν μεταξύ των διαφωτιστών, αρχαϊστών και δημοτικιστών, χαρακτηριστική είναι η άποψη του πλέον μετριοπαθούς Διαφωτιστή, του Αδαμάντιου Κοραή, που πρότεινε τη μέση οδό και στη γλώσσα. Το σημαντικό στοιχείο είναι η τάση της απομάκρυνσης από τους συντηρητικούς κύκλους και η συνειδητοποίηση ότι για την απελευθέρωση είναι απαραίτητη η σύνδεση με τους προγόνους.
Χαρακτηριστική είναι η άποψη των Δημητριέων οι οποίοι προτείνουν την ονομασία Έλληνες εξηγώντας παράλληλα και την προέλευση των άλλων δύο ονομασιών, Ρωμιών και Γραικών. Οι Δημητρειείς μιλούν υποτιμητικά για το όνομα Ρωμιός, επειδή αυτό προέρχεται από τους Ρωμαίους που ήταν τύραννοι της Ελλάδας . Τέλος είναι και η άποψη του Ρήγα ο οποίος, αν και αναθρεμμένος σε Φαναριώτικο περιβάλλον, μίλησε για Έλληνες και μία πολυεθνική Ελληνική Δημοκρατία στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι προφανές ότι μεταξύ των δύο τελευταίων ονομασιών ενυπάρχει μία συγγένεια, ως προς τις επιδιώξεις τους. Οι υποστηρικτές των όρων αυτών είναι οι ριζοσπάστες, αυτοί που δεν αποδέχονται την Αυτοκρατορία και την «Ελέω Θεού» εξουσία. Είναι εκείνοι που ενστερνίστηκαν και αφομοίωσαν τα διδάγματα των καιρών και έστρεψαν τις ελπίδες τους στην Ευρώπη και τη Δύση. Εκείνοι που πρώτοι απαίτησαν πλήρη ανεξαρτητοποίηση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντιμετώπισαν το Έθνος όχι σαν ποίμνιο, αλλά σαν έθνος που θέλει, και δικαιούται, να αποφασίζει για την τύχη του. Συμπερασματικά, μέσα στις ιδεολογικές και πολιτικές ανακατατάξεις της περιόδου τίθενται θεμελιώδη ζητήματα για τον ελληνισμό. Η περίοδος αυτή είναι από τις πλέον σημαντικές για το λόγο ότι αποτελεί την απαρχή της εθνικής παλιγγενεσίας και της επιδίωξης για την απομάκρυνση των Ελλήνων από το πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι η διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης και της εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτήν την περίοδο τίθενται οι βάσεις για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας και την απαλλαγή της από τις ξένες προσμείξεις, και της παιδείας αμφότερα στοιχεία ταυτότητας και διαμόρφωσης του Νεοέλληνα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα οδηγήσουν την ελληνική κοινωνία στην ανάσταση και θα θέσουν τις βάσεις του Νεοελληνικού Κράτους.