13.10.19

«Πάψετε πια...» (ποίημα του Κώστα Ουράνη)



Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια: το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!
Τί; Πάλι να γυρίσουμε στη βαρετήν Ιθάκη, στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τί θα ’ναι
και να μη νιώθουμε καμιά λαχτάρα ν’ ανατείλει, πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν και πέφτουν σάπιοι κατά γης να μοιάζουν τα όνειρά μας; Η τόλμη αφού μας έλειψε (και θα μας λείπει πάντα!), να βγούμε, μόνοι, απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη κι ελεύτεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου, τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους, μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα και στην ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα, τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν τα κύματα στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη, μα και μπορούν, στη φόρα τους, να μας σηκώσουν τόσο ψηλά — που με το μέτωπο ν’ αγγίξουμε τ’ αστέρια!...

Κώστας Ουράνης. 1953. Ποιήματα. Αθήνα: Εστία.

30.9.19

Καρλ Γιουνγκ. Ο ρόλος των γονέων.

Ένα  κείμενο του Καρλ Γιούνγκ, στο οποίο αναλύει πώς ο γονεϊκός ρόλος επηρεάζει τη δημιουργία της προσωπικότητας του παιδιού, αλλά και την ψυχοσύνθεσή του.

Για να κατανοήσουμε την προστατευτική ενέργεια των δύο γονέων, ας χρησιμοποιήσουμε την αναλογία της φωλιάς των πουλιών.

Η φωλιά των πουλιών αποτελείται από δύο μέρη:

Το έξω στρώμα είναι σκληρό, συμπαγές, δομημένο από πιο σκληρά υλικά, κομμάτια ξύλο, πετρούλες, λάσπη κλπ., που αποτελούν ένα συγκεκριμένο οικοδόμημα που επιτρέπει στη φωλιά να αντέχει στις καιρικές συνθήκες, να είναι στερεή και ασφαλής. Μηχανισμός που φέρνει δομή στο αδόμητο.
Το εσωτερικό στρώμα είναι πιο μαλακό, φτιαγμένο από πούπουλα κι άλλα μαλακά υλικά. Είναι το μητρικό πλαίσιο.
Το έξω είναι ο πατέρας, το μέσα η μητέρα.

Ένα παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται μέσα στη μήτρα της μητέρας και εκεί προστατεύεται από τις απαιτήσεις και ιδιαιτερότητες του έξω κόσμου. Μετά τη γέννα, μέχρι να αυτονομηθεί το παιδί χρειάζεται ακόμα την προστασία της μητέρας.

Εδώ έρχεται ο πατέρας, μέσα από την καλή σχέση μεταξύ τους, να βοηθήσει το παιδί να χαλαρώσει τους δεσμούς του με την μητέρα και να αρχίσει τα δικά του βήματα στον κόσμο, να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και να αυτονομηθεί από την μητέρα. Υπό την προστασία του πατέρα το παιδί εξερευνά τον έξω κόσμο, έτσι ώστε να μην παλινδρομήσει στην ενδομήτρια εμπειρία.

O πατέρας ενεργοποιεί στον γιο την ταυτότητα του είδους του.

Ανεξάρτητα από το φύλο του παιδιού, ο πατέρας στην αρχή της ζωής του παιδιού, είναι η πηγή της προστασίας από τις δυνάμεις της παλινδρόμησης. Βοηθά να δομήσει το παιδί τα όριά του, την ταυτότητά του, λύνοντας το συμβιωτικό στάδιο με την μητέρα, να έχει αίσθηση του εαυτού του, να λέει ναι ή όχι, τόσο στον έξω κόσμο, όσο και στον κόσμο των ενστίκτων και των επιθυμιών.

Η αρσενική αρχή είναι αυτή που βοηθά τον άνθρωπο να εδραιώσει τα όριά του, να βρει την ταυτότητά του, και αυτή η αρσενική δύναμη επίσης, (animus), φέρει τη θηλυκή αρχή έξω στον κόσμο, για να εκφραστεί. Ο γάμος αυτών των δύο αρχών επιφέρει την ισορροπία και την αρμονία.

Ο πατέρας δημιουργεί ένα ασφαλές μέρος για το παιδί που έχει γεννηθεί, στη θέση της ασφάλειας που το παιδί βίωνε στην μήτρα. Μεγαλώνοντας το παιδί, το βοηθά να διαπραγματευθεί με τον έξω κόσμο και να δομήσει την δική του Persona.

Η δημιουργία της Persona γίνεται σιγά σιγά από τα υλικά των γονεϊκών αξιών. Το πρώτο πρότυπο της διαμόρφωσης του εγώ είναι να συμπεριφερθώ με τον τρόπο που προσδοκούν οι γονείς μου.

Έτσι, η πρώτη persona, είναι οι συλλογικοί πολιτιστικοί κώδικες συμπεριφοράς και κρίσεων αξιών που εκφράζονται και μεταδίδονται από τους γονείς.

Στην πορεία της φυσιολογικής ψυχολογικής ανάπτυξης, πρέπει να υπάρξει μια διαφοροποίηση ανάμεσα στο εγώ και στην persona. Το παιδί χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ποιο είναι ξέχωρα από τις εξωτερικές συλλογικές απαιτήσεις της κοινωνίας.

Να γίνει ένα άτομο που έχει τις δικές του ιδέες και τον δικό του κώδικα συμπεριφοράς και ταυτόχρονα να ζει στον κόσμο και να προσαρμόζεται στις συλλογικές νόρμες. Αν δεν επιτευχθεί κάτι τέτοιο, εμφανίζεται ένα ψευδο-εγώ και ο άνθρωπος ταυτίζεται με τον ρόλο του.

Η persona δεν πρέπει να είναι υπερβολικά άκαμπτη ή λαμπρή γιατί αυτή η υπερβολή θα οδηγήσει στην δημιουργία μιας πιο σκοτεινής σκιάς.

Αν λοιπόν είμαστε μόνο persona, τότε δεν είμαστε γνήσιοι, γιατί δεν έχουμε επαφή με τον εσωτερικό, πραγματικό εαυτό μας. «Ο άνθρωπος -persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την εσωτερική του πραγματικότητα, ακριβώς όπως ο άνθρωπος που δεν έχει καθόλου persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την πραγματικότητα του κόσμου.

4.6.19

Και τα Λοιπά...

Ποίημα του Λ. Καρακάση
----------------------------------------------------------------------


Δροσερή, νταβραντισμένη, λες και ζει για ν' αγαπά!
Στο σκολειόν έμαθε γλώσσες, κέντημα και ...τα λοιπά.

Μα τι κρίμα που η νιότη άρχισε να της ξεσπά
στη καρδιά και ...τα λοιπά!

Κι είχε μέσα στο σκολειό της δάσκαλον ένα παπά,
που της έκαμ' ερμηνεία, ιερά και τα ...λοιπά.

Κι ο παπάς -κακή της τύχη- ένιωθε να του χτυπά,
"οφθαλμών επιθυμία και σαρκός" ...και τα λοιπά

κι "εν ταις πονηραίς ημέραις" εκατάντησε ν' αρπά
γένεια του, μαλλιά του, μπράτσα της μικρής και τα ...λοιπά.

Κι επειδή των μαθημάτων ο καιρός ευθύς σκορπά,
πιάσανε κι επαναλήψεις γενικάς και τα ...λοιπά.

Και πηγαίνανε στον όρθρο μοναχοί των χαρωπά
κι άρχιζαν τα "Κύριε Ελέησον" κι ύστερα και ...τα λοιπά.

Κι έτσι, λένε, η μικρούλα τη θρησκείαν αγαπά
μόνο για το "Κύριε Ελέησον" του παπά ...και τα λοιπά.


---------------------------------------------



Λαίλιος Καρακάσης, 1885-1951

20.5.19

Βωμολοχικές και Αθυρόστομες παροιμίες

Στο Γνωμικολογικόν καταγράφονται μέχρι στιγμής 1800 Ελληνικές Παροιμίες.

Αυτές είναι όλες κι όλες οι Ελληνικές παροιμίες. Δεν είναι και λίγες. Δεν συμπεριλαμβάνονται διάφορες τοπικές παροιμίες που δεν είναι ευρύτερα γνωστές. Π.χ. δεν συμπεριλαμβάνονται Κυπριακές ή Ποντιακές παροιμίες (πάντως υπάρχουν λίγες κι από αυτές).

Επίσης στις 1800 δεν περιλαμβάνονται οι Παροιμιακές φράσεις που παρουσιάζονται ξεχωριστά στο Γνωμικολογικόν.

Τέλος, δεν περιλαμβάνονται στις κυρίως (ούτως ειπείν) ελληνικές παροιμίες οι Βωμολοχικές και οι Αυθαίρετες παροιμίες.

Για να μην σκανδαλιστούν οι σεμνότυφοι και οι ανήλικοι επισκέπτες του Γνωμικολογικού (αλλά και η Google), οι παροιμίες αυτής της ιδιαίτερης κατηγορίας δεν παρουσιάζονται μαζί με  τις άλλες, τις «κανονικές». Γι΄αυτό δημιουργήθηκε στο Γνωμικολογικόν μια νέα σελίδα, αποκλειστικά γι' αυτές:

►► Αθυρόστομες παροιμίες



11.5.19

Περί του Παραφθέγματος

Πριν κανα δυο εβδομάδες, στις αρχές Μαΐου του 2019, ανέβασα μια καινούργια σελίδα στο Γνωμικολογικόν με Παραφθέγματα, δηλαδή με Γνωμικά για τα οποία η απόδοση σε κάποια πηγή είναι εσφαλμένη και διαφορετική από αυτή που νομίζουμε (βλ. και το αμέσως προηγούμενο post).

O όρος «Παράφθεγμα» ήταν προσωπική επινόηση που βασίστηκε σε ένα απλό σκεπτικό: η πρόθεση απο στη λέξη απόφθεγμα αντικαταστάθηκε από την πρόθεση παρα για να αξιοποιηθεί η αναιρετική και αρνητική χροιά που προσδίδει η πρόθεση αυτή όταν μπαίνει σαν πρώτο συνθετικό σε κάποιες λέξεις. Παραδείγματα: παραπληροφόρηση, παραφιλολογία, παραοικονομία κ.λπ.

Η λέξη, λοιπόν, εισήχθη στο Γνωμικολογικόν ως εφεύρημα και ως ανύπαρκτη —υποτίθεται— λέξη που εξυπηρετούσε την ανάγκη να ομαδοποιηθούν όλα αυτά τα αποφθέγματα με πλαστή ή παρεξηγημένη προέλευση.

Όμως η λέξη υπήρχε! Δεν το ήξερα, αλλά υπήρχε ήδη στα Αρχαία Ελληνικά. Είναι παράγωγο του ρήματος παραφθέγγομαι το οποίο είχε διάφορες σημασίες: λέω ανοησίες, διακόπτω κάποιον όταν μιλάει, μουρμουρίζω ακατάληπτα. Κυρίως όμως είχε την έννοια που αντιστοιχεί στο νεοελληνικό: [τα] παραλέω.

Η λέξη εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία στον διάλογο Ευθύδημος του Πλάτωνα. Σε αυτόν τον διάλογο ο νεαρός σοφιστής Ευθύδημος και ο αδερφός του Διονυσόδωρος προσπαθούν να στριμώξουν με εριστικές ερωτήσεις τον Σωκράτη, ο ο οποίος όμως τους αντικρούει μη απαντώντας ευθέως. Επίσης τους εκνευρίζει επειδή οι απαντήσεις του περιέχουν συμπληρωματικές διευκρινήσεις που δεν εξυπηρετούν την επιχειρηματολογία του Ευθύδημου.

Αυτές οι ανεπιθύμητες προσθήκες ονομάζονται από τον Ευθύδημο παραφθέγματα. Σε ένα σημείο λέει στον Σωκράτη: ἥκει το αὐτὸ παράφθεγμα (που σημαίνει περίπου: άντε πάλι αυτό η παραπανίσια κουβέντα) ενώ προηγουμένως του είχε πει: οὐκ αὖ, ἔφη, παύσῃ παραφθεγγόμενος; με την έννοια: δεν θα σταματήσεις επιτέλους  να λες παραπάνω απ’ αυτά που σε ρωτάνε;)
Έχω την εντύπωση —χωρίς να είμαι βέβαιος—πως η λέξη δεν υπήρχε στην τότε καθομιλουμένη. Υπήρχε όμως το παραφθέγγομαι και ο Ευθύδημος (ή, ίσως, ο Πλάτων) χρησιμοποιεί το παράγωγό του παράφθεγμα για να αξιοποιήσει τη διττή, απαξιωτική έννοια του ρήματος: λέω πράγματα περιττά και ανόητα.

Ο διάλογος αυτός του Πλάτωνα, που θεωρείται από τις αντιπροσωπευτικές εφαρμογές της Σωκρατικής Μεθόδου, φαίνεται ότι κατοχύρωσε, συν τοις άλλοις, τον όρο «παράφθεγμα» σαν ένα ρητορικό τέχνασμα.

Η λέξη έχει την τιμητική της στο κλασσικό σύγγραμα περί ρητορικής «Ιεροί Λόγοι» του Αίλιου Αριστείδη. Ο Αίλιος Αριστείδης ήταν αρχαίος Έλληνας σοφιστής και ρήτορας που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ., δηλαδή κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Ήταν ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της Δεύτερης Σοφιστικής. Στο έργο του Ιεροί Λόγοι υπάρχει ένα εκτενές κεφάλαιο με τίτλο ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΦΘΕΓΜΑΤΟΣ. (Άλλοι τίτλοι κεφαλαίων στα έργα του είναι λ.χ. Περί Σφοδρότητος, Περί Γλυκύτητος κ.λπ.). Αν μη τι άλλο αυτό δείχνει ότι εκείνη την εποχή τα παραφθέγματα ήταν ένα ήδη καθιερωμένο στυλ της διαλεκτικής.

Άρα η λέξη υπήρχε, και το Γνωμικολογικόν την επανεισήγαγε, δεν την επινόησε. Ίσως η έννοια με την οποία χρησιμοποιείται το παράφθεγμα στο Γνωμικολογικόν δεν συμπίπτει ακριβώς με τη σημασία που έχει στη ρητορική τέχνη, αλλά αντιστοιχεί πλήρως με την έννοια που έχει σαν παράγωγο του αρχαίου ρήματος παραφθέγγομαι, την έννοια της ανόητης και περιττής υπερβολής.

Οπότε, η επιλογή της λέξης αποδεικνύεται πολύ σωστή, νομίζω.

2.5.19

Παραφθέγματα

Μια νέα σελίδα στο Γνωμικολογικόν: τα Παραφθέγματα.

Παράφθεγμα: ανύπαρκτη λέξη που χρησιμοποιείται στο Γνωμικολογικόν (αντί για το κανονικό απόφθεγμα) για μια ομάδα γνωμικών για τα οποία η απόδοσή τους σε κάποια συγκεκριμένη (και συνήθως μεγάλου κύρους) προσωπικότητα είναι ανακριβής.

Οι αφορισμοί αυτού του τύπου παρουσιάζονται σαν slideshow, μια τεχνική που δεν χρησιμοποιείται σε άλλες σελίδες από το Γνωμικολογικόν, αλλά εδώ  ταιριάζει, γιατί αλλιώς το περιεχόμενο θα ήταν μακροσκελές και κουραστικό.

Η σελίδα αυτή βαθμιαία και συν τω χρόνω θα εμπλουτισθεί με περισσότερες φράσεις (αλλά όχι και πάρα πολλές). Μέχρι στιγμής περιλαμβάνει 17 παραφθέγματα. 

Παρουσιάζονται φράσεις που φαίνεται να είναι είτε κατασκευασμένες και πλαστές (όπως αυτή του Κίσσινγκερ για τους Έλληνες) είτε φράσεις που από παρεξήγηση αποδίδονται σε κάποιον σπουδαίο (όπως το «...θα υπερασπιστώ το δικαίωμά σου να το λες») είτε φράσεις που ωραιοποίησαν ένα ιστορικό γεγονός (όπως «το και όμως, κινείται» του Γαλιλαίου).

Νομίζω ότι η σελίδα έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για όσους αγαπούν τα γνωμικά.

Σημείωση: Αντί για «παραφθέγματα», που είναι μια επινόηση, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ο εξ ίσου αδόκιμος όρος «παραγνωμικά». Ή «αποφεύγματα». Αυτό το τελευταίο –τα αποφεύγματα– έχει προταθεί από το lexilogia.gr για τα πλαστά γνωμικά και είναι εύστοχο, αλλά τελικά δεν υιοθετήθηκε επειδή κάποιες σελίδες που αντιγράφουν το Γνωμικολογικόν, λόγω αγνοίας χρησιμοποιούν τον όρο αποφεύγματα ή αποφθεύγματα για τα κανονικά αποφθέγματα (!). Ας χρησιμοποιήσουμε λοιπόν τα παραφθέγματα για να διευκολύνουμε κάπως  και να μη δημιουργούμε σύγχυση στους ανίδεους αντιγραφείς... 😊


22.4.19

Πίστευε και μη Ερεύνα. Φράση Αγνώστου Προελεύσεως

churchΗ γενική εντύπωση γι’ αυτήν τη φράση είναι ότι πρόκειται για δόγμα της Χριστιανικής Εκκλησίας και μάλιστα από την πρωτοχριστιανική περίοδο. Είναι όμως πραγματικά έτσι;

 Η απάντηση είναι πως ΟΧΙ.
Η φράση δεν υπάρχει αυτούσια ούτε στα Ευαγγέλια ούτε στην Παλαιά Διαθήκη ούτε σε κάποιο Πατερικό ή άλλο εκκλησιαστικό κείμενο. Σήμερα η Εκκλησία απορρίπτει μετά βδελυγμίας την υπόνοια ότι η φράση αυτή έχει την παραμικρή σχέση με τη χριστιανική διδασκαλία.

Έτσι, οφείλουμε να αποδεχθούμε ότι δεν είναι εκκλησιαστικό ρητό και ότι πρόκειται απλά για μια παροιμιακή φράση για την οποία έχει δημιουργηθεί —άγνωστο πώς και πότε— η εσφαλμένη εντύπωση ότι πρόκειται για ένα είδος εκκλησιαστικής εντολής.

 Όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, όταν διαμορφώθηκε το χριστιανικό δόγμα, υπήρξαν πολλές απόψεις από πατέρες της εκκλησίες που απηχούσαν το νόημα της συγκεκριμένης φράσης, αν και με διαφορετική διατύπωση.
Έτσι έχουμε:
τον Ωριγένη ο οποίος στην επιχειρηματολογία του εναντίον του φιλοσόφου Κέλσου αναφέρει ότι οι χριστιανοί λοιδορούνται επειδή ασπάζονται το «Μη εξέταζε αλλά πίστευσον».
Ο Τερτυλλιανός έλεγε «Πιστεύω διότι είναι παράλογο».
 Ο Μέγας Αθανάσιος: «Αλλ᾽ ως γέγραπται, πιστευέτω και μη λεγέτω».
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Μη αμφίβαλλε τοις παρά των πατέρων δεδοκιμασμένοις, αλλά φοβού, και ανεξετάστως πίστευσον. Μάλλον μεν ούν πίστευε, και μη πολυπραγμόνει.»



 Ο αντίλογος σε όλους αυτούς τους αφορισμούς είναι ότι στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον διαβάζουμε «Ερευνάτε τας γραφάς» (40:39). Αλλά αυτό το επιχείρημα είναι παραπλανητικό, καθώς το εδάφιο έχει τελείως άσχετο νόημα από αυτό που του προσδίδεται στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης (έχει το νόημα: ερευνάτε τις γραφές [όχι στην προστακτική] για να βρείτε την αιώνια ζωή [δηλ. μάταιος κόπος]).

 Τέλος πρέπει να επισημάνουμε ότι η πλησιέστερη στο “πίστευε και μη ερεύνα” ιστορική φράση ήταν η θέση που πήρε ο Θεόδοτος, Επίσκοπος Αγκύρας στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, το 431, όπου είπε «Πίστευε τω θαύματι και μη ερεύνα λογισμοίς το γενόμενον». Αυτή η φράση αν την δούμε έξω από τα συμφραζόμενα είναι αρκετά κοντά στο συζητούμενο, αλλά στην πραγματικότητα δεν αφορούσε το σύνολο του Χριστιανικού δόγματος αλλά μόνο ένα ιδιαίτερο ζήτημα, τη διττή φύση του Ιησού.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η διάχυτη αντίληψη ότι το Πίστευε και μη Ερεύνα προέρχεται από την εκκλησία δεν είναι αποτέλεσμα παρεξήγησης. Ταιριάζει πολύ με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τη νοοτροπία της εποχής. Η φράση μπορεί να μην ειπώθηκε —εξ όσων γνωρίζουμε— αυτολεξεί και να μην ήταν ποτέ δόγμα της εκκλησίας, αλλά υπήρξε κυρίαρχη αντίληψη των πρώτων χριστιανών, που πήρε αρνητική χροιά πολύ αργότερα, οπότε και αποκηρύχθηκε από την επίσημη εκκλησία.

 Εν κατακλείδι, η φράση δεν αποκλείεται να είχε έμμεσα εκκλησιαστική προέλευση, αλλά δεν μπορεί με τίποτα να χαρακτηριστεί εκκλησιαστικό ρητό. Πρόκειται απλά για αφορισμό ή παροιμιακή φράση αγνώστου προελεύσεως.