22.4.19

Πίστευε και μη Ερεύνα. Φράση Αγνώστου Προελεύσεως

churchΗ γενική εντύπωση γι’ αυτήν τη φράση είναι ότι πρόκειται για δόγμα της Χριστιανικής Εκκλησίας και μάλιστα από την πρωτοχριστιανική περίοδο. Είναι όμως πραγματικά έτσι;

 Η απάντηση είναι πως ΟΧΙ. 
Η φράση δεν υπάρχει αυτούσια ούτε στα Ευαγγέλια ούτε στην Παλαιά Διαθήκη ούτε σε κάποιο Πατερικό ή άλλο εκκλησιαστικό κείμενο. Σήμερα η Εκκλησία απορρίπτει μετά βδελυγμίας την υπόνοια ότι η φράση αυτή έχει την παραμικρή σχέση με τη χριστιανική διδασκαλία.

Έτσι, οφείλουμε να αποδεχθούμε ότι δεν είναι εκκλησιαστικό ρητό και ότι πρόκειται απλά για μια παροιμιακή φράση για την οποία έχει δημιουργηθεί —άγνωστο πώς και πότε— η εσφαλμένη εντύπωση ότι πρόκειται για ένα είδος εκκλησιαστικής εντολής.

 Όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, όταν διαμορφώθηκε το χριστιανικό δόγμα, υπήρξαν πολλές απόψεις από πατέρες της εκκλησίες που απηχούσαν το νόημα της συγκεκριμένης φράσης, αν και με διαφορετική διατύπωση.
Έτσι έχουμε:
τον Ωριγένη ο οποίος στην επιχειρηματολογία του εναντίον του φιλοσόφου Κέλσου αναφέρει ότι οι χριστιανοί λοιδορούνται επειδή ασπάζονται το «Μη εξέταζε αλλά πίστευσον».
Ο Τερτυλλιανός έλεγε «Πιστεύω διότι είναι παράλογο».
 Ο Μέγας Αθανάσιος: «Αλλ᾽ ως γέγραπται, πιστευέτω και μη λεγέτω».
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Μη αμφίβαλλε τοις παρά των πατέρων δεδοκιμασμένοις, αλλά φοβού, και ανεξετάστως πίστευσον. Μάλλον μεν ούν πίστευε, και μη πολυπραγμόνει.»

 Ο αντίλογος σε όλους αυτούς τους αφορισμούς είναι ότι στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον διαβάζουμε «Ερευνάτε τας γραφάς» (40:39). Αλλά αυτό το επιχείρημα είναι παραπλανητικό, καθώς το εδάφιο έχει τελείως άσχετο νόημα από αυτό που του προσδίδεται στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης (έχει το νόημα: ερευνάτε τις γραφές [όχι στην προστακτική] για να βρείτε την αιώνια ζωή [δηλ. μάταιος κόπος]).

 Τέλος πρέπει να επισημάνουμε ότι η πλησιέστερη στο “πίστευε και μη ερεύνα” ιστορική φράση ήταν η θέση που πήρε ο Θεόδοτος, Επίσκοπος Αγκύρας στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, το 431, όπου είπε «Πίστευε τω θαύματι και μη ερεύνα λογισμοίς το γενόμενον». Αυτή η φράση αν την δούμε έξω από τα συμφραζόμενα είναι αρκετά κοντά στο συζητούμενο, αλλά στην πραγματικότητα δεν αφορούσε το σύνολο του Χριστιανικού δόγματος αλλά μόνο ένα ιδιαίτερο ζήτημα, τη διττή φύση του Ιησού.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η διάχυτη αντίληψη ότι το Πίστευε και μη Ερεύνα προέρχεται από την εκκλησία δεν είναι αποτέλεσμα παρεξήγησης. Ταιριάζει πολύ με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τη νοοτροπία της εποχής. Η φράση μπορεί να μην ειπώθηκε —εξ όσων γνωρίζουμε— αυτολεξεί και να μην ήταν ποτέ δόγμα της εκκλησίας, αλλά υπήρξε κυρίαρχη αντίληψη των πρώτων χριστιανών, που πήρε αρνητική χροιά πολύ αργότερα, οπότε και αποκηρύχθηκε από την επίσημη εκκλησία.

 Εν κατακλείδι, η φράση δεν αποκλείεται να είχε έμμεσα εκκλησιαστική προέλευση, αλλά δεν μπορεί με τίποτα να χαρακτηριστεί εκκλησιαστικό ρητό. Πρόκειται απλά για αφορισμό ή παροιμιακή φράση αγνώστου προελεύσεως.

10.4.19

Μη μου τους κύκλους τάραττε

archmidesΗ ιστορία της φράσης είναι, νομίζω, γνωστή. Υποτίθεται ότι πρόκειται για τα τελευταία λόγια του μεγαλύτερου μαθηματικού και εφευρέτη της Αρχαιότητας, του Αρχιμήδη.

 Τη μέρα που οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τις Συρακούσες,  το 212 π.Χ μετά από πολιορκία δύο χρόνων, ο Αρχιμήδης ήταν απορροφημένος στην επίλυση ενός γεωμετρικού προβλήματος κάνοντας σχήματα στην άμμο  (η γραφική ύλη ήταν δυσεύρετη τότε). Όταν τον πλησίασε ένας Ρωμαίος στρατιώτης που είχε εντολή να τον οδηγήσει στον στρατηγό Μάρκελλο, λέγεται πως Αρχιμήδης του είπε αυτή τη φράση —«μη μου τους κύκλους τάραττε»— του ζήτησε δηλαδή να μη χαλάσει τους κύκλους που είχε χαράξει στην άμμο. Οπότε ο Ρωμαίος τσαντίστηκε και τον σκότωσε παρόλο που οι διαταγές ήταν να μην τον πειράξουν.

Ψηφιδωτό της σχολής του Ραφαήλ(δεν είναι Ρωμαϊκό)

Το θέμα είναι ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι το είπε αυτό ο Αρχιμήδης

Και μάλλον δεν το είπε. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι οι αρχαίοι συγγραφείς δεν αναφέρουν αυτό το περιστατικό. Ο ιστορικός Πολύβιος, που είναι η βασική πηγή για τα γεγονότα της πολιορκίας των Συρακουσών,  μας δίνει μια διαφορετική εκδοχή για το θάνατό του Αρχιμήδη και το ίδιο συμβαίνει με μεταγενέστερους έγκυρους αρχαίους συγγραφείς, όπως ο Πλούταρχος και ο Τίτος Λίβιος.

Μόνο ο Valerius Maximus, που έγραψε 9 τόμους με ιστορικά ανέκδοτα στο πρώτο μισό του 1ου αι. μ.Χ., μας μεταφέρει ότι ο Αρχιμήδης είπε μια παραπλήσια φράση: Noli, obsecro, istum disturbare, που σημαίνει «μην το χαλάσεις αυτό σε παρακαλώ πολύ». Η αφήγηση του Valerius Maximus είναι αυτή που εισάγει και τα στοιχεία της άμμου και των κύκλων στην ιστορία του θανάτου του Αρχιμήδη, παρόλο που τα στοιχεία αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στην τελική ατάκα —κατά τον Valerius Maximus— προς τον Ρωμαίο στρατιώτη.
Σε ολόκληρη την αρχαία γραμματεία δεν υπάρχει κάτι άλλο πιο κοντινό στη φράση από την εκδοχή του Valerius Maximus, και αυτό γεννά βάσιμες αμφιβολίες για τη γνησιότητά της με τη μορφή με την οποία σώζεται σήμερα.


Το δεδομένο είναι λοιπόν ότι η φράση δεν ήταν γνωστή στην αρχαιότητα αλλά εμφανίστηκε μυστηριωδώς στα νεώτερα χρόνια. Αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: Πρόκειται για κατασκεύασμα. Το πότε και από ποιον παραμένει άγνωστο. Τελικά έχουμε να κάνουμε με μια αντιπροσωπευτικά απόκρυφη φράση με την έννοια ότι δεν υπάρχουν χειροπιαστές αποδείξεις για την αυθεντικότητά της, αλλά παρ’ όλα αυτά θεωρείται για κάποιον άγνωστο (και μυστικό;) λόγο σωστή.

Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι στο πέρασμα των αιώνων η εκδοχή του Valerius Maximus επιβίωσε και μεταλλάχθηκε σε μια λιγότερη πεζή έκφραση και έγινε “Noli turbare circulos meos” ενσωματώνοντας την πληροφορία ότι ο Αρχιμήδης έκανε κύκλους [στην άμμο] όταν τον βρήκε ο Ρωμαίος.
Αυτή η λατινική φράση, που άρχισε να κυκλοφορεί επί Διαφωτισμού, μεταφράστηκε στην Καθαρεύουσα σχετικά πρόσφατα, και σίγουρα όχι νωρίτερα από τον 19ο αιώνα, καθώς πιο πριν δεν υπάρχει σε κανένα κείμενο.

Άρα η φράση είναι απλά μια (ωραία) επινόηση, και  τα τελευταία λόγια του Αρχιμήδη δεν ήταν ακριβώς το «Μη μου τους κύκλους τάραττε». Παρ’ όλ αυτά, η φράση έχει ταυτιστεί με τον Αρχιμήδη και συμπεριλαμβάνεται  στο Γνωμικολογικόν αποδιδόμενη σε αυτόν, με την παρατήρηση ότι μάλλον πρόκειται για νεώτερη επινόηση.


4.4.19

H φράση του Καμπρόν

Στο Γνωμικολογικόν υπάρχει η ιστορική φράση:

 Η φρουρά πεθαίνει αλλά δεν παραδίνεται. 

 που αποδίδεται στον στρατηγό του Ναπολέοντα
  Pierre Cambronne (1770-1842)

Η ιστορία της φράσης έχει ως εξής:
O Καμπρόν (Pierre Cambronne)  στη μάχη του Βατερλώ (18 Ιουνίου 1815) ήταν επικεφαλής της Παλιάς Φρουράς (Vieille Garde) δηλαδή των επιλέκτων της αυτοκρατορικής φρουράς. Όταν προς το τέλος της μάχης ο Άγγλος στρατηγός Colville του ζήτησε να παραδοθεί, ο Καμπρόν υποτίθεται ότι είπε αυτήν την ηρωική φράση (στα Γαλλικά, La garde meurt et ne se rend pas !).
Πολύ γνωστή είναι μια άλλη εκδοχή της απάντησης που έδωσε ο Καμπρόν στην ίδια περίσταση: Merde ! (σκaτά), που έμεινε στην ιστορία ως η «λέξη του Καμπρόν».

Είπε πραγματικά αυτό ο Καμπρόν  «Η φρουρά πεθαίνει αλλά δεν παραδίνεται» ;

Σίγουρα όχι. Κατ’ αρχάς να σημειώσουμε ότι ο Καμπρόν στη μάχη του Βατερλώ τραυματίστηκε αλλά δεν πέθανε, και αιχμαλωτίστηκε. Παρ’ όλα αυτά θεωρήθηκε ήρωας από τους Γάλλους και το “Merde” έγινε viral (όπως θα λέγαμε σήμερα). Επιπλέον, κάποιος δημοσιογράφος ονόματι Rougement κάνοντας ρεπορτάζ για τα γεγονότα της μάχης και θέλοντας προφανώς να αποφύγει το δύσοσμο “Merde”  και να ωραιοποιήσει τις τελευταίες στιγμές της Παλαιάς Φρουράς, ανέφερε πρώτος τη φράση για την φρουρά που πεθαίνει αλλά δεν παραδίδεται.
Στην πραγματικότητα, οι επιζήσαντες της Φρουράς —μαζί και ο Καμπρόν—αιχμαλωτίστηκαν από τους Άγγλους κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και χωρίς να προηγηθεί κάτι συνταρακτικό, ενώ οι αυτόπτες μάρτυρες δεν επιβεβαιώνουν κάποιον ηρωικό διάλογο.

Ο ίδιος ο Καμπρόν πάντα αρνιόταν κατηγορηματικά τόσο τη φράση που του απέδωσε ο Rougement όσο και το “Merde”, αλλά οι φράσεις κατοχυρώθηκαν σ’ αυτόν και πέρασαν έτσι στην ιστορία, ενώ ενσωματώθηκαν σε πεζογραφήματα (όπως στους Αθλίους του Ουγκώ) , σε πίνακες ζωγραφικής και σε γλυπτά. Το 1848 έκαναν άγαλμα τον Καμπρόν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Ναντ. Στο βάθρο του αγάλματος είναι χαραγμένη η φράση η «φρουρά πεθαίνει αλλά δεν παραδίνεται.»

Σήμερα, θεωρείται βέβαιο ότι ο Καμπρόν δεν είπε ποτέ αυτήν τη φράση, αλλά μάλλον πρέπει να είχε πει, πάνω στην έξαψη της μάχης, το “Merde” (ίσως όταν τραυματίστηκε).
Όπως παρατηρεί πολύ εύστοχα ο Φλωμπέρ «Για φαντάσου! Πέντε λέξεις για να αντικαταστήσουν πέντε γράμματα!»
Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε πώς «ο πραγματικός νικητής της μάχης του Βατερλώ ήταν ο Καμπρόν».

Η φράση παλιότερα υπήρχε στο Γνωμικολογικόν στις Ιστορικές φράσεις, αλλά έχει πλέον αποσυρθεί από εκεί. Υπάρχει όμως στα Επιγράμματα λόγω της παρουσίας της στο βάθρο του αγάλματος του Καμπρόν στη Ναντ.

26.3.19

Γλωσσικό ολίσθημα (!) του κ. Μπαμπινιώτη

 Παρακολούθησα την εκπομπή «Στα Άκρα» της Β. Φλέσσα στις 20 Μαρτίου 2019  με προσκεκλημένο —για μια ακόμα φορά— τον καθηγητή κύριο Μπαμπινιώτη.
 Πολύ ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική παρουσίαση,  όπως πάντα.

Όμως, στο 21:32 ο κύριος καθηγητής διαπράττει ένα απροσδόκητο γλωσσικό παράπτωμα.
Λέει: «…στην ελληνική γλώσσα η διτυπία λόγω της διττής μας παράδοσης είναι ευλογία δεν είναι κατάρα· το να έχει περισσότερους τύπους είναι πάντοτε ευλογία διότι είναι διέξοδοι πολλαπλοί της σκέψης.»

«Διέξοδοι πολλαπλοί»!!! Η διέξοδος είναι θηλυκού γένους και το πολλαπλός δεν είναι κάποιο αρχαίο επίθετο με περίεργη κλίση. Το σωστό είναι χωρίς αμφιβολία «Διέξοδοι πολλαπλές».

Πρόκειται για αρκετά συνηθισμένο -και ελαφρώς δικαιολογημένο- λάθος του τύπου «διαφορετικοί παράμετροι», «νέοι μέθοδοι», «άκυροι ψήφοι» (και τα τρία παραδείγματα, για να εξηγούμαστε, είναι λάθος).

Τι σημαίνει αυτό; Τίποτα το ιδιαίτερο. Όλοι κάνουμε λάθη και ολισθήματα εν τη ρύμη του λόγου, ακόμα και οι καθηγητές Γλωσσολογίας, ακόμα και ο Μπαμπινιώτης. Είναι απολύτως φυσιολογικό και ανθρώπινο, όπως είναι πολύ φυσιολογικό για τον καθένα να σκοντάψει (όχι μόνο γλωσσικά) κάποια στιγμή.

Οπότε μπορούμε να χαλαρώσουμε λιγάκι. Αν ακόμα και ο Μπαμπινιώτης κάνει κάπου-κάπου κανένα λαθάκι, δεν θα πρέπει να αισθανόμαστε την ψυχαναγκαστική υποχρέωση όλοι εμείς οι υπόλοιποι, οι κοινοί θνητοί, να είμαστε συνεχώς en guarde και γλωσσικά αλάνθαστοι!

Ουφ!! (αναστεναγμός ανακούφισης)


23.3.19

«Και γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι !»

Πρόκειται για τη μνημειώδη ανοησία που ξεστόμισε η Μαρία Αντουανέτα αντιδρώντας στην πληροφορία ότι ο λαός δεν είχε να φάει ψωμί.

Το είπε όμως πραγματικά αυτό η Αντουανέττα; Μάλλον όχι.

 Τα πράγματα έχουν ως εξής:
Αντουανέτα H Μαρία Αντουανέττα ήταν η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας (1770-1793) πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Αποκεφαλίστηκε το 1793.
Στα χρόνια της Επανάστασης (ή ίσως λίγο πριν) θέλησε να μάθει γιατί ο λαός ήταν σε αναβρασμό, οπότε κάποιος προθυμοποιήθηκε να της εξηγήσει ότι «οι άνθρωποι του λαού δεν έχουν ψωμί να φάνε». Η αντίδραση της βασίλισσας σ’ αυτήν την πληροφορία ήταν το κλασικό «και γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι !» (στα Γαλλικά Qu'ils mangent de la brioche!)

Το γουστόζικο είναι ότι η ελληνική μετάφραση που έχει επικρατήσει δεν αποδίδει πιστά το πρωτότυπο που κάνει λόγο για μπριός και όχι για παντεσπάνι (που δεν είναι το ίδιο πράγμα). Φαίνεται πως την εποχή που πρωτομεταφράστηκε η φράση, το μπριός ήταν άγνωστο είδος στην Ελλάδα, και γι’ αυτό προτιμήθηκε η λέξη παντεσπάνι. Πάντως αυτή η επιλογή δεν αδυνατίζει τη φράση, κάθε άλλο. Το παντεσπάνι την κάνει  πολύ πιο νόστιμη!

Δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε με βεβαιότητα αν η Αντουανέττα είπε πραγματικά κάτι τέτοιο . Εκείνο για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι δεν ήταν η πρώτη που την είπε, καθώς η φράση απαντά και στο αυτοβιογραφικό έργο του Ζαν-Ζακ Ρουσώ  Les Confessions που γράφτηκε το 1767, πολύ πριν η «Αυστριακιά» γίνει βασίλισσα της Γαλλίας.
Συγκεκριμένα ο Ρουσώ, με χιουμοριστική διάθεση, εξιστορεί ένα περιστατικό όπου μια «μεγάλη πριγκίπισσα» έδωσε την ίδια απάντηση όταν έμαθε ότι οι χωρικοί δεν είχαν να φάνε. Δεν αποκλείεται η ιστορία αυτή να είναι επινόηση του Ρουσώ, αλλά το πιο πιθανό είναι ο φιλόσοφος να μετέφερε κάποιο ανέκδοτο της εποχής εκείνης (που δεν αφορούσε τότε συγκεκριμένη βασίλισσα).
Άρα η φράση προϋπήρχε και κάποιος την κόλλησε στην Μαρία Αντουανέττα εν μέσω των  εξημμένων παθών και των συνταρακτικών εξελίξεων της εποχής της Γαλλικής Επανάστασης.

Πρέπει να επισημανθεί επίσης πως το πρώτο κείμενο που αποδίδει τη φράση στην Μαρία Αντουανέττα εμφανίστηκε πολύ αργότερα, το 1843 με την υπογραφή του επιφυλλιδογράφου Αλφόνσου Καρ.

Πώς αντιμετωπίζεται η φράση στο Γνωμικολογικόν:

Η φράση συμπεριλαμβάνεται στο Γνωμικολογικόν και αποδίδεται στη Μαρία Αντουανέττα συνοδευόμενη από την παρατήρηση ότι μάλλον δεν είπε κάτι τέτοιο και πρόκειται για κακοήθεια των αντιβασιλικών. Περιλαμβάνεται και στη σελίδα με τις Πατάτες .

15.11.18

Οι κορυφαίες μη Αγγλόφωνες ταινίες

Οι 100 καλύτερες μη αγγλόφωνες ταινίες όλων των εποχών , σύμφωνα με το BBC (Νοέμβριος 2018).
Μόνο μία Ελληνική. Στην τελευταία θέση...


100. Τοπίο στην Ομίχλη (Theo Angelopoulos, 1988)
 99. Στάχτες και Διαμάντια (Andrzej Wajda, 1958)
 98. In the Heat of the Sun (Jiang Wen, 1994)
 97. Η Γεύση του Κερασιού (Abbas Kiarostami, 1997)
 96. Shoah (Claude Lanzmann, 1985)
 95. Floating Clouds (Mikio Naruse, 1955)
 94. Πού Είναι το Σπίτι του Φίλου μου; (Abbas Kiarostami, 1987)
 93. Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια (Zhang Yimou, 1991)
 92. Σκηνές από ένα Γάμο (Ingmar Bergman, 1973)
 91. Ριφιφί (Jules Dassin, 1955)
 90. Χιροσίμα Αγάπη μου (Alain Resnais, 1959)
 89. Άγριες Φράουλες(Ingmar Bergman, 1957)
 88. H Ιστορία του Τελευταίου Χρυσάνθεμου (Kenji Mizoguchi, 1939)
 87. Νύχτες της Καμπίρια (Federico Fellini, 1957)
 86. La Jetée (Chris Marker, 1962)
 85. Umberto D (Vittorio de Sica, 1952)
 84. Η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας (Luis Buñuel, 1972)
 83. Λα Στράντα (Federico Fellini, 1954)
 82. Αμελί (Jean-Pierre Jeunet, 2001)
 81. Celine and Julie go Boating (Jacques Rivette, 1974)
 80. The Young and the Damned (Luis Buñuel, 1950)
 79. Ραν (Akira Kurosawa, 1985)
 78. Τίγρης και Δράκος (Ang Lee, 2000)
 77. Ο Κομφορμίστας (Bernardo Bertolucci, 1970)
 76. Θέλω και τη Μαμά σου  (Alfonso Cuarón, 2001)
 75. Η Ωραία της Ημέρας (Luis Buñuel, 1967)
 74. Ο Τρελός Πιερό (Jean-Luc Godard, 1965)
 73. Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή (Dziga Vertov, 1929)
 72. Ikiru (Akira Kurosawa, 1952)
 71. Ευτυχισμένοι Μαζί (Wong Kar-wai, 1997)
 70. Η Έκλειψη (Michelangelo Antonioni, 1962)
 69. Αγάπη [Amour] (Michael Haneke, 2012)
 68. Ουγκέτσου Μονογκατάρι (Kenji Mizoguchi, 1953)
 67. Ο Εξολοθρευτής Άγγελος (Luis Buñuel, 1962)
 66. Ο Φόβος Τρώει τα Σωθικά (Rainer Werner Fassbinder, 1973)
 65. Ordet (Carl Theodor Dreyer, 1955)
 64. Τρία Χρώματα: Μπλε (Krzysztof Kieślowski, 1993)
 63. Άνοιξη στη Μικρή Πόλη (Fei Mu, 1948)
 62. Touki Bouki (Djibril Diop Mambéty, 1973)
 61. Sansho the Bailiff (Kenji Mizoguchi, 1954)
 60. Περιφρόνηση (Jean-Luc Godard, 1963)
 59. Έλα να Δεις (Elem Klimov, 1985)
 58. Τα Σκουλαρίκια της Μαντάμ Ντε... (Max Ophüls, 1953)
 57. Σολάρις (Andrei Tarkovsky, 1972)
 56. Chungking Express (Wong Kar-wai, 1994)
 55. Ζυλ και Ζιμ (François Truffaut, 1962)
 54. Φαΐ, Ποτό, Αρσενικό, Θηλυκό (Ang Lee, 1994)
 53. Το Τέλος της Άνοιξης (Yasujirô Ozu, 1949)
 52. Στην τύχη ο Μπαλταζάρ [Au Hasard Balthazar] (Robert Bresson, 1966)
 51. Οι Ομπρέλες του Χερβούργου (Jacques Demy, 1964)
 50. Αταλάντη  [L’Atalante] (Jean Vigo, 1934)
 49. Στάλκερ (Andrei Tarkovsky, 1979)
 48. Βιρδιάνα (Luis Buñuel, 1961)
 47. 4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και δυο Μέρες (Cristian Mungiu, 2007)
 46. Τα Παιδιά του Παραδείσου (Marcel Carné, 1945)
 45. Η Περιπέτεια (Michelangelo Antonioni, 1960)
 44. Η Κλεό από τις 5 στις 7 (Agnès Varda, 1962)
 43. Beau Travail (Claire Denis, 1999)
 42. Η Πόλη του Θεού (Fernando Meirelles, Kátia Lund, 2002)
 41. Να Ζεις (Zhang Yimou, 1994)
 40. Αντρέι Ρουμπλιώφ (Andrei Tarkovsky, 1966)
 39.  Close-Up (Abbas Kiarostami, 1990)
 38. A Brighter Summer Day (Edward Yang, 1991)
 37. Το Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων [Spirited Away] (Hayao Miyazaki, 2001)
 36. Η Μεγάλη Χίμαιρα (Jean Renoir, 1937)
 35. Ο Γατόπαρδος (Luchino Visconti, 1963)
 34. Τα Φτερά του Έρωτα (Wim Wenders, 1987)
 33. Playtime (Jacques Tati, 1967)
 32. Όλα για τη Μητέρα μουr (Pedro Almodóvar, 1999)
 31. Οι Ζωές των Άλλων (Florian Henckel von Donnersmarck, 2006)
 30. Η Έβδομη Σφραγίδα (Ingmar Bergman, 1957)
 29. Oldboy (Park Chan-wook, 2003)
 28. Φάνι και Αλέξανδρος (Ingmar Bergman, 1982)
 27. Το Πνεύμα του Μελισσιού (Victor Erice, 1973)
 26. Σινεμά ο Παράδεισος (Giuseppe Tornatore, 1988)
 25. Yi Yi (Edward Yang, 2000)
 24. Το Θωρηκτό Ποτέμκιν (Sergei M Eisenstein, 1925)
 23. Το Πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ (Carl Theodor Dreyer, 1928)
 22. Ο Λαβύρινθος του Πάνα (Guillermo del Toro, 2006)
 21. Ένας Χωρισμός (Asghar Farhadi, 2011)
 20. Ο Καθρέφτης (Andrei Tarkovsky, 1974)
 19. Η Μάχη του Αλγερίου (Gillo Pontecorvo, 1966)
 18. Η Πόλη της Θλίψης (Hou Hsiao-hsien, 1989)
 17. Αγκίρε, η Οργή του Θεού (Werner Herzog, 1972)
 16. Metropolis (Fritz Lang, 1927)
 15. Pather Panchali (Satyajit Ray, 1955)
 14. Jeanne Dielman, 23 Quai du Commerce,1080 Bruxelles (Chantal Akerman, 1975)
 13. M (Fritz Lang, 1931)
 12. Αντίο Παλλακίδα μου (Chen Kaige, 1993)
 11. Με Κομμένη την Ανάσα (Jean-Luc Godard, 1960)
 10. La Dolce Vita (Federico Fellini, 1960)
 9. Ερωτική επιθυμία (Wong Kar-wai, 2000)
 8. Τα 400 Χτυπήματα (François Truffaut, 1959)
 7. 8 1/2 (Federico Fellini, 1963)
 6. Περσόνα (Ingmar Bergman, 1966)
 5. Οι Κανόνες του Παιχνιδιού (Jean Renoir, 1939)
 4. Ρασομόν (Akira Kurosawa, 1950)
 3. Τόκιο Στόρυ (Yasujirô Ozu, 1953)
 2. Ο Κλέφτης Ποδηλάτων (Vittorio de Sica, 1948)
 1. Οι Εφτά Σαμουράι (Akira Kurosawa, 1954)


6.8.18

10 χρόνια Γνωμικολογικόν!!!

Το Γνωμικολογικόν έχει επέτειο! Σαν σήμερα πριν 10 χρόνια, στις 6 Αυγούστου του 2008, το Γνωμικολογικόν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.




H αρχή έγινε το μακρινό καλοκαίρι του 2008 όταν δημοσίευσα -δειλά και αδέξια- καμιά 300ριά γνωμικά χρησιμοποιώντας ένα ξεχασμένο και low-tech πρόγραμμα της Google, το  Page Creator.


10 χρόνια και 22.000 γνωμικά μετά, το γιορτάζουμε. Να τα εκατοστήσουμε! 

 ⭐⭐⭐