29.3.11

Life's-Little-Instruction-Book

Στο Γνωμικολογικόν υπάρχουν αρκετές ατάκες του συγγραφέα αυτοβοήθειας H. Jackson Brown. Σχεδόν όλες είναι από ένα βιβλιαράκι που έχει εκδώσει με τίτλο Life's Little Instruction Book, το οποίο υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα best seller στην Αμερική.

Το βιβλιαράκι αυτό -στα Αγγλικά- μπορείτε να το βρείτε ολόκληρο εδώ. Ο λόγος που έγραψα αυτό το post είναι απλά για να γνωστοποιήσω αυτό το σύνδεσμο.

Νομίζω πως αξίζει τον κόπο. Πολλές από τις συμβουλές του είναι "κλεμμένες" από άλλους συγγραφείς, πολλά είναι αυτονόητα, άλλα είναι κλισέ και, τέλος, κάποια είναι εντελώς Αμερικάνικα. Υπάρχουν όμως και πολλές πρωτότυπες και χρήσιμες συμβουλές.
Δεν πρόκειται για καμιά υψηλή φιλοσοφία αλλά εγώ το βρίσκω πολύ συμπαθητικό.
Όπως ανέφερα, κάποια από αυτά τα πέρασα στο Γνωμικολογικόν. Παραθέτω και μερικά που δεν τα έβαλα, αλλά είναι νόστιμα:

  • Να χαιρετάς τα πιτσιρίκια στα σχολικά λεωφορεία
  • Να ελέγχεις αν υπάρχει χαρτί τουαλέτας προτού καθίσεις
  • Στη δουλειά, ποτέ μην ομολογείς ότι είσαι κουρασμένος ή θυμωμένος ή ότι βαριέσαι
  • Πήγαινε από τη σκάλα, αν είναι λιγότερο από 4 όροφοι
  • Μην κάνεις ποτέ τίποτα που δεν θα έκανε τη μαμά σου υπερήφανη
  • Μην επιτρέπεις στο τηλέφωνο να διακόπτει σημαντικές στιγμές. Ο σκοπός του είναι η δική σου ευκολία, όχι η ευκολία αυτού που καλεί.
  • Διάβαζε ένα περιοδικό κάθε εβδομάδα που δεν έχει καμιά σχέση με τα χόμπυ σου ή με τη δουλειά σου
  • Τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σου, βγες ραντεβού με μια γυναίκα με ωραία κόκκινα μαλλιά
  • Όταν αισθάνεσαι τελείως εξουθενωμένος, αλλά είσαι αναγκασμένος να συνεχίσεις, πλύνε το πρόσωπό σου και τα χέρια σου, άλλαξε κάλτσες και φόρεσε ένα καθαρό πουκάμισο. Θα αισθανθείς απίστευτα ανανεωμένος
  • If you loose, don't loose the lesson

27.3.11

Keelhauling

Περνούσα στο ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ κάτι γνωμικά του Σαμφόρ και έπεσα σε μια ιστοριούλα που αναφέρει στο CARACTÈRES ET ANECDOTES, που μου άρεσε. Δεν βγαίνει κάποιο γνωμικό, αλλά τη βρήκα ενδιαφέρουσα:

Ο Μεγάλος Πέτρος όταν ακόμα ήταν διάδοχος και έκανε τα γνωστά του ταξίδια ανα την Ευρώπη, έφτασε σε ένα αγγλικό λιμάνι όπου ενδιαφέρθηκε για ένα πειθαρχικό μέτρο που εφάρμοζε το αγγλικό ναυτικό, το keelhauling.

To keelhauling δεν ξέρω αν έχει μετάφραση στα Ελληνικά. Στα παλιά Κλασικά Εικονογραφημένα το μετέφραζαν "πέρασμα κάτω από την καρίνα."  Ήταν μια σκληρή τιμωρία για τους ναύτες που έπεφταν σε σοβαρά παραπτώματα μισοπέλαγα: Βουτούσαν τον ναύτη από τη μία πλευρά του καραβιού στη θάλασσα και τον τραβούσαν με ένα σκοινί -κάτω από το καράβι- από την άλλη μεριά. Κατά πλάτος ή κατά μήκος. Τη ζημιά την έκανε η ρύπανση που ήταν κολλημένη στη γάστρα του πλοίου που προκαλούσε ακρωτηριασμούς και θανατηφόρα κοψίματα.

Ο μελλοντικός τσάρος λοιπόν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό το είδος τιμωρίας (γενικά, σκοπός του ταξιδιού του ήταν  να πάρει ιδέες από τους δυτικούς). Ενδιαφέρθηκε, και ζήτησε μια επίδειξη επί τόπου.

- «Ναι αλλά δεν έχουμε κανένα τιμωρημένο αυτή τη στιγμή», του είπαν οι τυπικοί Εγγλέζοι.
- «Πάρτε έναν από τους δικούς μου άντρες», τους πρότεινε ο Ρώσος πρίγκηψ.
- Οι οικοδεσπότες του πρέπει να αισθάνθηκαν κάποια αμηχανία, αλλά του απάντησαν:
«οι άντρες σας όταν είναι σε αγγλικό έδαφος, βρίσκονται κάτω από την προστασία του αγγλικού νόμου και δεν μπορούν να τιμωρηθούν χωρίς λόγο»

Αναμενόμενη απανθρωπιά από έναν "Μεγάλο". Αλλά και οι Εγγλέζοι, με τη συνήθη υποκρισία: Αφ’ υψηλού μαθήματα δικαιοσύνης από εφευρέτες βασανιστηρίων.

21.3.11

Παπαδιαμάντης αρθρογραφών περί πολιτικής

Αντιγράφω από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ (Παναγιώτης Μήλας, 19-3-2011):

Οι πιο πρόσφατες εικόνες που έχω από την πολιτική ζωή του τόπου ήταν εκείνες από τη συζήτηση των αρχηγών το πρωί της Τετάρτης στη Βουλή. Καθώς φυλλομετρούσα λοιπόν την έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ με τον τίτλο «Ο Παπαδιαμάντης μας» έφθασα σε μια σελίδα με τον παραπάνω τίτλο.

Ήταν ένα άρθρο του πρωτοπόρου δημοσιογράφου και συγγραφέα στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στα τέλη του 19ου αιώνα. Ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος». Και συνεχίζει παρακάτω με την ίδια αιχμηρή γλώσσα:

«Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους»! Περίεργες απόψεις. Όμως επιμένει: «Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι 'γυφτοχαρατζήδες', τώρα σε 'αθεώνουν' οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι».

Μάλιστα όπως υποστηρίζει: «Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν 'φούρνους με καρβέλια', δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ' τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, όν ήθελαν παρουσιάσουν».

Απίστευτο το τι έγραφε ο άνθρωπος: «Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει τη φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ αυτού...».

Προσθέτει δε στη συνέχεια ότι: «Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθορά, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον κόθορνον».

Ολοκληρώνοντας τη συγκομιδή από το νέκταρ του Σκιαθίτη συγγραφέα κλείνω με την απάντηση που ο ίδιος έδωσε στο δικό του ερώτημα του τίτλου: «Aμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας».

Βέβαια όλα τα παραπάνω τα έγραφε ο Aγιος της λογοτεχνίας μας, για την εποχή του. Κάθε ομοιότης με πρόσωπα και γεγονότα σημερινά είναι απολύτως συμπτωματική. Απλά ο Παπαδιαμάντης είχε καλπάζουσα φαντασία...

Εναρκτήριες Φράσεις

Μια νέα κατηγορία γνωμικών προστέθηκε από σήμερα στο Γνωμικολογικόν: Οι Πρώτες Φράσεις.

Πρόκειται βεβαίως για προτάσεις και φράσεις με τις οποίες αρχίζουν διάφορα μυθιστορήματα (κυρίως), ποιήματα κ.λπ.
Η ιδέα μου ήρθε από ένα post που κυκλοφορεί σε διάφορα αγγλόφωνα blog με τις καλύτερες opening lines, το οποίο αναδημοσιευσα και εδώ, στο προηγούμενο άρθρο.

Μου άρεσε αυτή η κατηγορία και τη δούλεψα εντατικά. Προβλέπω ότι θα εμπλουτισθεί σύντομα με πολλές ακόμα φράσεις.

20.3.11

Οι 100 καλύτερες πρώτες φράσεις

Οι 100 καλύτερες εναρκτήριες φράσεις από μυθιστορήματα στα Αγγλικά:


1. Call me Ishmael. - Herman Melville, Moby-Dick (1851)
2. It is a truth universally acknowledged, that a single man in possession of a good fortune, must be in want of a wife. - Jane Austen, Pride and Prejudice (1813)
3. A screaming comes across the sky. - Thomas Pynchon, Gravity's Rainbow (1973)
4. Many years later, as he faced the firing squad, Colonel Aureliano Buendía was to remember that distant afternoon when his father took him to discover ice. - Gabriel García Márquez, One Hundred Years of Solitude (1967; trans. Gregory Rabassa)
5. Lolita, light of my life, fire of my loins. - Vladimir Nabokov, Lolita (1955)
6. Happy families are all alike; every unhappy family is unhappy in its own way. - Leo Tolstoy, Anna Karenina (1877; trans. Constance Garnett)
7. riverrun, past Eve and Adam's, from swerve of shore to bend of bay, brings us by a commodius vicus of recirculation back to Howth Castle and Environs. - James Joyce, Finnegans Wake (1939)
8. It was a bright cold day in April, and the clocks were striking thirteen. - George Orwell, 1984 (1949)
9. It was the best of times, it was the worst of times, it was the age of wisdom, it was the age of foolishness, it was the epoch of belief, it was the epoch of incredulity, it was the season of Light, it was the season of Darkness, it was the spring of hope, it was the winter of despair. - Charles Dickens, A Tale of Two Cities (1859)
10. I am an invisible man. - Ralph Ellison, Invisible Man (1952)
11. The Miss Lonelyhearts of the New York Post-Dispatch (Are you in trouble?Do-you-need-advice?Write-to-Miss-Lonelyhearts-and-she-will-help-you) sat at his desk and stared at a piece of white cardboard. - Nathanael West, Miss Lonelyhearts (1933)
12. You don't know about me without you have read a book by the name of The Adventures of Tom Sawyer; but that ain't no matter. —Mark Twain, Adventures of Huckleberry Finn (1885)
13. Someone must have slandered Josef K., for one morning, without having done anything truly wrong, he was arrested. —Franz Kafka, The Trial (1925; trans. Breon Mitchell)
14. You are about to begin reading Italo Calvino's new novel, If on a winter's night a traveler. —Italo Calvino, If on a winter's night a traveler (1979; trans. William Weaver)
15. The sun shone, having no alternative, on the nothing new. —Samuel Beckett, Murphy (1938)
16. If you really want to hear about it, the first thing you'll probably want to know is where I was born, and what my lousy childhood was like, and how my parents were occupied and all before they had me, and all that David Copperfield kind of crap, but I don't feel like going into it, if you want to know the truth. - J. D. Salinger, The Catcher in the Rye (1951)
17. Once upon a time and a very good time it was there was a moocow coming down along the road and this moocow that was coming down along the road met a nicens little boy named baby tuckoo. - James Joyce, A Portrait of the Artist as a Young Man (1916)
18. This is the saddest story I have ever heard. - Ford Madox Ford, The Good Soldier (1915)
19. I wish either my father or my mother, or indeed both of them, as they were in duty both equally bound to it, had minded what they were about when they begot me; had they duly considered how much depended upon what they were then doing;—that not only the production of a rational Being was concerned in it, but that possibly the happy formation and temperature of his body, perhaps his genius and the very cast of his mind;—and, for aught they knew to the contrary, even the fortunes of his whole house might take their turn from the humours and dispositions which were then uppermost:—Had they duly weighed and considered all this, and proceeded accordingly,—I am verily persuaded I should have made a quite different figure in the world, from that, in which the reader is likely to see me. - Laurence Sterne, Tristram Shandy (1759n1767)
20. Whether I shall turn out to be the hero of my own life, or whether that station will be held by anybody else, these pages must show. - Charles Dickens, David Copperfield (1850)
21. Stately, plump Buck Mulligan came from the stairhead, bearing a bowl of lather on which a mirror and a razor lay crossed. - James Joyce, Ulysses (1922)
22. It was a dark and stormy night; the rain fell in torrents, except at occasional intervals, when it was checked by a violent gust of wind which swept up the streets (for it is in London that our scene lies), rattling along the house-tops, and fiercely agitating the scanty flame of the lamps that struggled against the darkness. - Edward George Bulwer-Lytton, Paul Clifford (1830)
23. One summer afternoon Mrs. Oedipa Maas came home from a Tupperware party whose hostess had put perhaps too much kirsch in the fondue to find that she, Oedipa, had been named executor, or she supposed executrix, of the estate of one Pierce Inverarity, a California real estate mogul who had once lost two million dollars in his spare time but still had assets numerous and tangled enough to make the job of sorting it all out more than honorary. - Thomas Pynchon, The Crying of Lot 49 (1966)
24. It was a wrong number that started it, the telephone ringing three times in the dead of night, and the voice on the other end asking for someone he was not. - Paul Auster, City of Glass (1985)
25. Through the fence, between the curling flower spaces, I could see them hitting. - William Faulkner, The Sound and the Fury (1929)
26. 124 was spiteful. - Toni Morrison, Beloved (1987)
27. Somewhere in la Mancha, in a place whose name I do not care to remember, a gentleman lived not long ago, one of those who has a lance and ancient shield on a shelf and keeps a skinny nag and a greyhound for racing. - Miguel de Cervantes, Don Quixote (1605; trans. Edith Grossman)
28. Mother died today. - Albert Camus, The Stranger (1942; trans. Stuart Gilbert)
29. Every summer Lin Kong returned to Goose Village to divorce his wife, Shuyu. - Ha Jin, Waiting (1999)
30. The sky above the port was the color of television, tuned to a dead channel. - William Gibson, Neuromancer (1984)
31. I am a sick man . . . I am a spiteful man. - Fyodor Dostoyevsky, Notes from Underground (1864; trans. Michael R. Katz)
32. Where now? Who now? When now? - Samuel Beckett, The Unnamable (1953; trans. Patrick Bowles)
33. Once an angry man dragged his father along the ground through his own orchard. "Stop!" cried the groaning old man at last, "Stop! I did not drag my father beyond this tree." - Gertrude Stein, The Making of Americans (1925)
34. In a sense, I am Jacob Horner. - John Barth, The End of the Road (1958)
35. It was like so, but wasn't. - Richard Powers, Galatea 2.2 (1995)
36. —Money . . . in a voice that rustled. - William Gaddis, J R (1975)
37. Mrs. Dalloway said she would buy the flowers herself. - Virginia Woolf, Mrs. Dalloway (1925)
38. All this happened, more or less. - Kurt Vonnegut, Slaughterhouse-Five (1969)
39. They shoot the white girl first. - Toni Morrison, Paradise (1998)
40. For a long time, I went to bed early. - Marcel Proust, Swann's Way (1913; trans. Lydia Davis)
41. The moment one learns English, complications set in. - Felipe Alfau, Chromos (1990)
42. Dr. Weiss, at forty, knew that her life had been ruined by literature. - Anita Brookner, The Debut (1981)
43. I was the shadow of the waxwing slain / By the false azure in the windowpane; - Vladimir Nabokov, Pale Fire (1962)
44. Ships at a distance have every man's wish on board. - Zora Neale Hurston, Their Eyes Were Watching God (1937)
45. I had the story, bit by bit, from various people, and, as generally happens in such cases, each time it was a different story. - Edith Wharton, Ethan Frome (1911)
46. Ages ago, Alex, Allen and Alva arrived at Antibes, and Alva allowing all, allowing anyone, against Alex's admonition, against Allen's angry assertion: another African amusement . . . anyhow, as all argued, an awesome African army assembled and arduously advanced against an African anthill, assiduously annihilating ant after ant, and afterward, Alex astonishingly accuses Albert as also accepting Africa's antipodal ant annexation. - Walter Abish, Alphabetical Africa (1974)
47. There was a boy called Eustace Clarence Scrubb, and he almost deserved it. - C. S. Lewis, The Voyage of the Dawn Treader (1952)
48. He was an old man who fished alone in a skiff in the Gulf Stream and he had gone eighty-four days now without taking a fish. - Ernest Hemingway, The Old Man and the Sea (1952)
49. It was the day my grandmother exploded. - Iain M. Banks, The Crow Road (1992)
50. I was born twice: first, as a baby girl, on a remarkably smogless Detroit day in January of 1960; and then again, as a teenage boy, in an emergency room near Petoskey, Michigan, in August of 1974. - Jeffrey Eugenides, Middlesex (2002)
51. Elmer Gantry was drunk. - Sinclair Lewis, Elmer Gantry (1927)
52. We started dying before the snow, and like the snow, we continued to fall. - Louise Erdrich, Tracks (1988)
53. It was a pleasure to burn. - Ray Bradbury, Fahrenheit 451 (1953)
54. A story has no beginning or end; arbitrarily one chooses that moment of experience from which to look back or from which to look ahead. - Graham Greene, The End of the Affair (1951)
55. Having placed in my mouth sufficient bread for three minutes' chewing, I withdrew my powers of sensual perception and retired into the privacy of my mind, my eyes and face assuming a vacant and preoccupied expression. - Flann O'Brien, At Swim-Two-Birds (1939)
56. I was born in the Year 1632, in the City of York, of a good Family, tho' not of that Country, my Father being a Foreigner of Bremen, who settled first at Hull; He got a good Estate by Merchandise, and leaving off his Trade, lived afterward at York, from whence he had married my Mother, whose Relations were named Robinson, a very good Family in that Country, and from whom I was called Robinson Kreutznaer; but by the usual Corruption of Words in England, we are now called, nay we call our selves, and write our Name Crusoe, and so my Companions always call'd me. - Daniel Defoe, Robinson Crusoe (1719)
57. In the beginning, sometimes I left messages in the street. - David Markson, Wittgenstein's Mistress (1988)
58. Miss Brooke had that kind of beauty which seems to be thrown into relief by poor dress. - George Eliot, Middlemarch (1872)
59. It was love at first sight. - Joseph Heller, Catch-22 (1961)
60. What if this young woman, who writes such bad poems, in competition with her husband, whose poems are equally bad, should stretch her remarkably long and well-made legs out before you, so that her skirt slips up to the tops of her stockings? - Gilbert Sorrentino, Imaginative Qualities of Actual Things (1971)
61. I have never begun a novel with more misgiving. - W. Somerset Maugham, The Razor's Edge (1944)
62. Once upon a time, there was a woman who discovered she had turned into the wrong person. - Anne Tyler, Back When We Were Grownups (2001)
63. The human race, to which so many of my readers belong, has been playing at children's games from the beginning, and will probably do it till the end, which is a nuisance for the few people who grow up. - G. K. Chesterton, The Napoleon of Notting Hill (1904)
64. In my younger and more vulnerable years my father gave me some advice that I've been turning over in my mind ever since. - F. Scott Fitzgerald, The Great Gatsby (1925)
65. You better not never tell nobody but God. - Alice Walker, The Color Purple (1982)
66. "To be born again," sang Gibreel Farishta tumbling from the heavens, "first you have to die." - Salman Rushdie, The Satanic Verses (1988)
67. It was a queer, sultry summer, the summer they electrocuted the Rosenbergs, and I didn't know what I was doing in New York. - Sylvia Plath, The Bell Jar (1963)
68. Most really pretty girls have pretty ugly feet, and so does Mindy Metalman, Lenore notices, all of a sudden. - David Foster Wallace, The Broom of the System (1987)
69. If I am out of my mind, it's all right with me, thought Moses Herzog. - Saul Bellow, Herzog (1964)
70. Francis Marion Tarwater's uncle had been dead for only half a day when the boy got too drunk to finish digging his grave and a Negro named Buford Munson, who had come to get a jug filled, had to finish it and drag the body from the breakfast table where it was still sitting and bury it in a decent and Christian way, with the sign of its Saviour at the head of the grave and enough dirt on top to keep the dogs from digging it up. - Flannery O'Connor, The Violent Bear it Away (1960)
71. Granted: I am an inmate of a mental hospital; my keeper is watching me, he never lets me out of his sight; there's a peephole in the door, and my keeper's eye is the shade of brown that can never see through a blue-eyed type like me. - GŸnter Grass, The Tin Drum (1959; trans. Ralph Manheim)
72. When Dick Gibson was a little boy he was not Dick Gibson. - Stanley Elkin, The Dick Gibson Show (1971)
73. Hiram Clegg, together with his wife Emma and four friends of the faith from Randolph Junction, were summoned by the Spirit and Mrs. Clara Collins, widow of the beloved Nazarene preacher Ely Collins, to West Condon on the weekend of the eighteenth and nineteenth of April, there to await the End of the World. - Robert Coover, The Origin of the Brunists (1966)
74. She waited, Kate Croy, for her father to come in, but he kept her unconscionably, and there were moments at which she showed herself, in the glass over the mantel, a face positively pale with the irritation that had brought her to the point of going away without sight of him. - Henry James, The Wings of the Dove (1902)
75. In the late summer of that year we lived in a house in a village that looked across the river and the plain to the mountains. - Ernest Hemingway, A Farewell to Arms (1929)
76. "Take my camel, dear," said my Aunt Dot, as she climbed down from this animal on her return from High Mass. - Rose Macaulay, The Towers of Trebizond (1956)
77. He was an inch, perhaps two, under six feet, powerfully built, and he advanced straight at you with a slight stoop of the shoulders, head forward, and a fixed from-under stare which made you think of a charging bull. - Joseph Conrad, Lord Jim (1900)
78. The past is a foreign country; they do things differently there. - L. P. Hartley, The Go-Between (1953)
79. On my naming day when I come 12 I gone front spear and kilt a wyld boar he parbly ben the las wyld pig on the Bundel Downs any how there hadnt ben none for a long time befor him nor I aint looking to see none agen. - Russell Hoban, Riddley Walker (1980)
80. Justice? - You get justice in the next world, in this world you have the law. - William Gaddis, A Frolic of His Own (1994)
81. Vaughan died yesterday in his last car-crash. - J. G. Ballard, Crash (1973)
82. I write this sitting in the kitchen sink. - Dodie Smith, I Capture the Castle (1948)
83. "When your mama was the geek, my dreamlets," Papa would say, "she made the nipping off of noggins such a crystal mystery that the hens themselves yearned toward her, waltzing around her, hypnotized with longing." - Katherine Dunn, Geek Love (1983)
84. In the last years of the Seventeenth Century there was to be found among the fops and fools of the London coffee-houses one rangy, gangling flitch called Ebenezer Cooke, more ambitious than talented, and yet more talented than prudent, who, like his friends-in-folly, all of whom were supposed to be educating at Oxford or Cambridge, had found the sound of Mother English more fun to game with than her sense to labor over, and so rather than applying himself to the pains of scholarship, had learned the knack of versifying, and ground out quires of couplets after the fashion of the day, afroth with Joves and Jupiters, aclang with jarring rhymes, and string-taut with similes stretched to the snapping-point. - John Barth, The Sot-Weed Factor (1960)
85. When I finally caught up with Abraham Trahearne, he was drinking beer with an alcoholic bulldog named Fireball Roberts in a ramshackle joint just outside of Sonoma, California, drinking the heart right out of a fine spring afternoon. - James Crumley, The Last Good Kiss (1978)
86. It was just noon that Sunday morning when the sheriff reached the jail with Lucas Beauchamp though the whole town (the whole county too for that matter) had known since the night before that Lucas had killed a white man. - William Faulkner, Intruder in the Dust (1948)
87. I, Tiberius Claudius Drusus Nero Germanicus This-that-and-the-other (for I shall not trouble you yet with all my titles) who was once, and not so long ago either, known to my friends and relatives and associates as "Claudius the Idiot," or "That Claudius," or "Claudius the Stammerer," or "Clau-Clau-Claudius" or at best as "Poor Uncle Claudius," am now about to write this strange history of my life; starting from my earliest childhood and continuing year by year until I reach the fateful point of change where, some eight years ago, at the age of fifty-one, I suddenly found myself caught in what I may call the "golden predicament" from which I have never since become disentangled. - Robert Graves, I, Claudius (1934)
88. Of all the things that drive men to sea, the most common disaster, I've come to learn, is women. - Charles Johnson, Middle Passage (1990)
89. I am an American, Chicago born - Chicago, that somber city —and go at things as I have taught myself, free-style, and will make the record in my own way: first to knock, first admitted; sometimes an innocent knock, sometimes a not so innocent. - Saul Bellow, The Adventures of Augie March (1953)
90. The towers of Zenith aspired above the morning mist; austere towers of steel and cement and limestone, sturdy as cliffs and delicate as silver rods. - Sinclair Lewis, Babbitt (1922)
91. I will tell you in a few words who I am: lover of the hummingbird that darts to the flower beyond the rotted sill where my feet are propped; lover of bright needlepoint and the bright stitching fingers of humorless old ladies bent to their sweet and infamous designs; lover of parasols made from the same puffy stuff as a young girl's underdrawers; still lover of that small naval boat which somehow survived the distressing years of my life between her decks or in her pilothouse; and also lover of poor dear black Sonny, my mess boy, fellow victim and confidant, and of my wife and child. But most of all, lover of my harmless and sanguine self. - John Hawkes, Second Skin (1964)
92. He was born with a gift of laughter and a sense that the world was mad. - Raphael Sabatini, Scaramouche (1921)
93. Psychics can see the color of time it's blue. - Ronald Sukenick, Blown Away (1986)
94. In the town, there were two mutes and they were always together. - Carson McCullers, The Heart is a Lonely Hunter (1940)
95. Once upon a time two or three weeks ago, a rather stubborn and determined middle-aged man decided to record for posterity, exactly as it happened, word by word and step by step, the story of another man for indeed what is great in man is that he is a bridge and not a goal, a somewhat paranoiac fellow unmarried, unattached, and quite irresponsible, who had decided to lock himself in a room a furnished room with a private bath, cooking facilities, a bed, a table, and at least one chair, in New York City, for a year 365 days to be precise, to write the story of another person—a shy young man about of 19 years old—who, after the war the Second World War, had come to America the land of opportunities from France under the sponsorship of his uncle—a journalist, fluent in five languages—who himself had come to America from Europe Poland it seems, though this was not clearly established sometime during the war after a series of rather gruesome adventures.., Double or Nothing (1971)
96. Time is not a line but a dimension, like the dimensions of space. - Margaret Atwood, Cat's Eye (1988)
97. He - for there could be no doubt of his sex, though the fashion of the time did something to disguise it - was in the act of slicing at the head of a Moor which swung from the rafters. - Virginia Woolf, Orlando (1928)
98. High, high above the North Pole, on the first day of 1969, two professors of English Literature approached each other at a combined velocity of 1200 miles per hour. - David Lodge, Changing Places (1975)
99. They say when trouble comes close ranks, and so the white people did. - Jean Rhys, Wide Sargasso Sea (1966)
100. The cold passed reluctantly from the earth, and the retiring fogs revealed an army stretched out on the hills, resting. - Stephen Crane, The Red Badge of Courage (1895)

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα, στα Αγγλικά

Η λίστα με τα καλύτερα μυθιστορήματα στα Αγγλικά, σύμφωνα με τους New York Times:


1. "Ulysses," James Joyce
2. "The Great Gatsby," F. Scott Fitzgerald
3. "A Portrait of the Artist as a Young Man," James Joyce
4. "Lolita," Vladimir Nabokov
5. "Brave New World," Aldous Huxley
6. "The Sound and the Fury," William Faulkner
7. "Catch-22," Joseph Heller
8. "Darkness at Noon," Arthur Koestler
9. "Sons and Lovers," D. H. Lawrence
10. "The Grapes of Wrath," John Steinbeck
11. "Under the Volcano," Malcolm Lowry
12. "The Way of All Flesh," Samuel Butler
13. "1984," George Orwell
14. "I, Claudius," Robert Graves
15. "To the Lighthouse," Virginia Woolf
16. "An American Tragedy," Theodore Dreiser
17. "The Heart Is a Lonely Hunter," Carson McCullers
18. "Slaughterhouse Five," Kurt Vonnegut
19. "Invisible Man," Ralph Ellison
20. "Native Son," Richard Wright
21. "Henderson the Rain King," Saul Bellow
22. "Appointment in Samarra," John O' Hara
23. "U.S.A." (trilogy), John Dos Passos
24. "Winesburg, Ohio," Sherwood Anderson
25. "A Passage to India," E. M. Forster
26. "The Wings of the Dove," Henry James
27. "The Ambassadors," Henry James
28. "Tender Is the Night," F. Scott Fitzgerald
29. "The Studs Lonigan Trilogy," James T. Farrell
30. "The Good Soldier," Ford Madox Ford
31. "Animal Farm," George Orwell
32. "The Golden Bowl," Henry James
33. "Sister Carrie," Theodore Dreiser
34. "A Handful of Dust," Evelyn Waugh
35. "As I Lay Dying," William Faulkner
36. "All the King's Men," Robert Penn Warren
37. "The Bridge of San Luis Rey," Thornton Wilder
38. "Howards End," E. M. Forster
39. "Go Tell It on the Mountain," James Baldwin
40. "The Heart of the Matter," Graham Greene
41. "Lord of the Flies," William Golding
42. "Deliverance," James Dickey
43. "A Dance to the Music of Time" (series), Anthony Powell
44. "Point Counter Point," Aldous Huxley
45. "The Sun Also Rises," Ernest Hemingway
46. "The Secret Agent," Joseph Conrad
47. "Nostromo," Joseph Conrad
48. "The Rainbow," D. H. Lawrence
49. "Women in Love," D. H. Lawrence
50. "Tropic of Cancer," Henry Miller
51. "The Naked and the Dead," Norman Mailer
52. "Portnoy's Complaint," Philip Roth
53. "Pale Fire," Vladimir Nabokov
54. "Light in August," William Faulkner
55. "On the Road," Jack Kerouac
56. "The Maltese Falcon," Dashiell Hammett
57. "Parade's End," Ford Madox Ford
58. "The Age of Innocence," Edith Wharton
59. "Zuleika Dobson," Max Beerbohm
60. "The Moviegoer," Walker Percy
61. "Death Comes to the Archbishop," Willa Cather
62. "From Here to Eternity," James Jones
63. "The Wapshot Chronicles," John Cheever
64. "The Catcher in the Rye," J. D. Salinger
65. "A Clockwork Orange," Anthony Burgess
66. "Of Human Bondage," W. Somerset Maugham
67. "Heart of Darkness," Joseph Conrad
68. "Main Street," Sinclair Lewis
69. "The House of Mirth," Edith Wharton
70. "The Alexandria Quartet," Lawrence Durrell
71. "A High Wind in Jamaica," Richard Hughes
72. "A House for Ms. Biswas," V. S. Naipaul
73. "The Day of the Locust," Nathaniel West
74. "A Farewell to Arms," Ernest Hemingway
75. "Scoop," Evelyn Waugh
76. "The Prime of Miss Jean Brodie," Muriel Spark
77. "Finnegans Wake," James Joyce
78. "Kim," Rudyard Kipling
79. "A Room With a View," E. M. Forster
80. "Brideshead Revisited," Evelyn Waugh
81. "The Adventures of Augie March," Saul Bellow
82. "Angle of Repose," Wallace Stegner
83. "A Bend in the River," V. S. Naipaul
84. "The Death of the Heart," Elizabeth Bowen
85. "Lord Jim," Joseph Conrad
86. "Ragtime," E. L. Doctorow
87. "The Old Wives' Tale," Arnold Bennett
88. "The Call of the Wild," Jack London
89. "Loving," Henry Green
90. "Midnight's Children," Salman Rushdie
91. "Tobacco Road," Erskine Caldwell
92. "Ironweed," William Kennedy
93. "The Magus," John Fowles
94. "Wide Sargasso Sea," Jean Rhys
95. "Under the Net," Iris Murdoch
96. "Sophie's Choice," William Styron
97. "The Sheltering Sky," Paul Bowles
98. "The Postman Always Rings Twice," James M. Cain
99. "The Ginger Man," J. P. Donleavy
100. "The Magnificent Ambersons," Booth Tarkington

Μέγκλα-Μια ετυμολογία

Νόμιζα πως ήξερα την ετυμολογία της λέξης «μέγκλα». Γελιόμουν. Παραθέτω το παρακάτω κείμενο από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου http://sarantakos.wordpress.com:

Η λέξη μέγκλα (κάτι το πολύ ωραίο, και ιδίως κάτι καλής ποιότητας) ανήκει βέβαια στο μάγκικο λεξιλόγιο, αλλά είναι αρκετά διαδεδομένη, τόσο ώστε να μπει και στα δυο σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας, εννοώ ΛΚΝ και Μπαμπινιώτη. Χρησιμοποιείται σήμερα άκλιτη, ως χαρακτηριστικό ενός εκλεκτού πράγματος: Αγόρασα ένα κουστουμάκι, μέγκλα!
Η μέγκλα προβληματίζει για την ετυμολογία της. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, ετυμολογείται από το made in England, αφού τα αγγλικά είδη ήταν ονομαστά για την υψηλή τους ποιότητα. Μερικοί μάλιστα το εξειδικεύουν: προέρχεται, λένε, από τα αγγλικά κασμίρια, που έγραφαν made in England και που ήταν… μέγκλα, εξαιρετικής ποιότητας.

Αυτή την ετυμολογία, που εμένα μου φαίνεται ύποπτη, τη δέχεται με επιφυλάξεις το ΛΚΝ. Ο Μπαμπινιώτης την απορρίπτει και τη θεωρεί παρετυμολογία. Εδώ που τα λέμε, δίκιο μου φαίνεται πως έχουν όσοι επισημαίνουν ότι είναι φωνητικώς αδύνατο να προκύψει το μέγκλα από το made in England, διότι παραλείπονται συλλαβές χωρίς να πληρούνται οι απλολογικοί όροι.
Να σημειώσω εδώ ότι είναι εντελώς διαφορετική η περίπτωση του μπιελάρ, που όντως προήλθε από τα αρχικά BLR, τα οποία όμως μεταφέρθηκαν αυτούσια –και, εκτός αυτού, η καθιέρωση του όρου έγινε αρχικά σε μια ειδική αργκό (του στρατού).
Αν όμως η ετυμολόγηση της μέγκλας από το made in England είναι προβληματική, το λεξικό Μπαμπινιώτη (στις νεότερες εκδόσεις του) προτείνει μια εκ πρώτης όψεως πολύ πιο απίθανη ετυμολογία, από το ποντιακό μέγκλα = πέος (με το συμπάθειο). Πράγματι, το Ιστορικό λεξικό της ποντικής διαλέκτου, του Α.Α.Παπαδόπουλου, καταχωρεί τη λ. μέγκλα: Λέξις ξένη. Τὸ γεννητικὸν μόριον ζώου, συνεκδ. δὲ καὶ ἀνδρός (τόμ. 2, σελ. 30). Αρχή είναι το λατινικό mentula (ίδια σημασία) μέσω του λαϊκού λατινικού mencla.
Να σημειωθεί ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει και τύπο «ο μέγκλος». Ομολογώ ότι τον τύπο αυτό δεν τον είχα ακούσει ποτέ.
Όμως, τον τύπο «μέγκλος» τον βρίσκω στα Είδωλα του Ροΐδη, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει την εικόνα. Στα Είδωλα, στην ενότητα Ε’ (Η δήθεν πτωχεία), θέλοντας να αντικρούσει τις κατηγορίες των νεοαττικιστών για το φτωχό λεξιλόγιο της δημοτικής, ο Ρ. παραθέτει επί πολλές σελίδες διάφορες γαλλικές λαϊκές λέξεις που είναι αδύνατο να μεταφραστούν στην καθαρεύουσα, όμως αποδίδονται μια χαρά στη δημοτική.  Και ανάμεσα σ’ αυτές έχει και το dadais, grand dadais, το οποίο «δεν μεταφράζεται άλλως ή διά του ‘μέγκλος και μέγκλαρος’».
Πρέπει να πω ότι, αν πιστέψω το google books, η λ. μέγκλα υπάρχει και στον πέμπτο τόμο των Απάντων του Ροΐδη, αλλά μέχρι τώρα δεν την έχω εντοπίσει –δεν τα έχω διαβάσει όλα, ομολογώ. Οπότε επιστρέφουμε στον μέγκλο των Ειδώλων (που δεν τον δίνει το google books, αλλά τον βρήκα με τον παραδοσιακό τρόπο, τυχαία, διαβάζοντας το βιβλίο).
Το γαλλικό dadais κάτι σαν μαντράχαλος σημαίνει, αν δεν σφάλλω. Η τόσο παλιά εμφάνιση του ‘μέγκλος’ (τα Είδωλα γράφτηκαν γύρω στο 1893) θα κατέρριπτε την εκδοχή του made in England, εφόσον βέβαια ο μέγκλος του Ροΐδη είναι ίδια λέξη με τη μάγκικη μέγκλα, πράγμα καθόλου σίγουρο, διότι το dadais δεν είναι κάτι όμορφο, μόνο κάτι μεγάλο (αν και από τη μια έννοια μπορεί κανείς να μεταπέσει στην άλλη). Πάντως, στο λεξικό της λαϊκής, του Δαγκίτση, βρίσκω να λημματογραφείται η μέγκλα με τη σημασία «αρμονία, ομορφιά» και επίσης ο μεγκλαράς, όμορφος, επιβλητικός, ωραίος.
Πριν προχωρήσω, ένα διάλειμμα· θα σας διηγηθώ μια ιστορία, ένα ασήμαντο περιστατικό στο οποίο πρωταγωνιστεί η λέξη μέγκλα.

17.3.11

Αγγλικές λέξεις lost in translation

Μερικές σκέψεις που μου δημιουργήθηκαν μεταφράζοντας αγγλικά γνωμικά για το Γνωμικολογικόν:

Πολλοί συχνά καυχώμεθα για τον πλούτο της γλώσσας μας. Και δικαίως.
Η γλώσσα μας είναι από τις πιο πλούσιες στο κόσμο. Πώς θα μπορούσε να ‘ναι αλλιώς, όταν εξελίσσεται διαρκώς επί τόσες χιλιάδες χρόνια. Άλλο τώρα αν εμείς χρησιμοποιούμε ένα μικρό μόνο μέρος αυτού του τεράστιου πλούτου...Τέλος πάντων...

Το θέμα είναι ότι όλες οι γλώσσες έχουν το δικό τους πλούτο και τις δικές τους μοναδικές λέξεις. Εδώ οι Εσκιμώοι, που δεν πρέπει να έχουν και την πιο πλούσια γλώσσα στον κόσμο, έχουν 200 λέξεις για το "χιόνι".
Ειδικά, τώρα, στα Αγγλικά, υπάρχουν πάμπολλες λέξεις  που δεν μπορούν να μεταφραστούν εύκολα στα Ελληνικά.

Κατ΄αρχάς, υπαρχουν κάποιες λέξεις  που ναι μεν έχουν ακριβή μετάφραση στα Ελληνικά, αλλά για την απόδοσή τους απαιτούνται παραπάνω από μία ελληνικές λέξεις. Αυτό είναι σίγουρα ένα δείγμα γλωσσικής ένδειας. Απαράδεκτο για μια γλώσσα όπως η δικιά μας. Μερικά παραδείγματα:
shrug = αδιάφορο ανασήκωμα ώμων 
toe = δάχτυλο ποδιού 
stalker= ο παρακολουθών και παρενοχλών (ας πούμε...)

Μετά, υπάρχει μια μεγάλη ομάδα λέξεων, πολύ συνηθισμένων και χρήσιμων, που η απόδοσή τους στα ελληνικά δεν μπορεί να γίνει με πλήρη ακρίβεια. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολύ συχνά χρησιμοποιείται, και στην ελληνική καθομιλουμένη, ο αγγλικός όρος. Παράδειγμα η λέξη manager, που κατά λέξη σημαίνει "διευθυντής", αλλά όπως όλοι ξέρουμε είναι κάτι πολύ περισσότερο και εμπεριέχει, συν τοις άλλοις, και ένα υπαινιγμό για ηγετικές και διαχειριστικές  ικανότητες. Ή η λέξη gentleman, που η πλησιέστερη μετάφρασή της είναι "ευπατρίδης", αλλά η αγγλική λέξη έχει πολύ πιο πλούσιο νόημα. Άλλα παραδείγματα αυτής της κατηγορίας :
concept, process, business, project, scheme, patternmotivation, commitment, feedback, context, budget, option, visualization, mainstream, interface, generic, timing
Στην ίδια κατηγορία είναι και το style, αλλά αυτό είναι αυτούσια δανεισμένο από τα Γαλλικά. Σημειωτέον ότι δύο από τις παραπάνω (scheme, generic) έχουν ελληνική ρίζα, αλλά έχουν πάρει ένα διευρυμένο νόημα.
Τα κοινά στοιχεία όλων αυτών των λέξεων είναι ότι πρώτον, είναι πολύ διαδεδομένες και χρήσιμες και δεύτερον, καμιά απόδοσή τους στα ελληνικά δεν είναι τόσο περιεκτική όσο η αγγλική λέξη. Δυστυχώς. Έχω τη γνώμη ότι δεν πειράζει να τις χρησιμοποιούμε ως έχουν, με λατινικούς μάλιστα χαρακτήρες.

Τέλος, υπάρχουν πάμπολλες άλλες λέξεις που επίσης δεν μπορούν να μεταφραστούν με επιτυχία στα Ελληνικά (ακόμα και με παραπάνω από μία λέξεις), αλλά που δεν είναι τόσο διαδεδομένες και τόσο γνωστές, πράγμα που καθιστά απαγορευτική τη χρήση τους ως έχουν. Οπότε η μόνη διέξοδος για τη μετάφρασή τους είναι μια ελεύθερη απόδοση, που σπάνια όμως οδηγεί σε ικανοποιητική ερμηνεία. Παράδειγμα οι πολύ ωραίες λέξεις resilient (κάτι μεταξύ του "απτόητος" και "ανθεκτικός") και leverage (ο νεολογισμός "μόχλευση" είναι ατελέστατος και ατυχέστατος). Μερικές άλλες τέτοιες λέξεις: stakes,turf, attitude, rationalization, vintage.

Kαι ας μην επεκταθούμε στην ορολογία των νέων τεχνολογιών, όπου γίνεται ο χαμός (πώς να μεταφράσεις, λόγου χάριν, το spam;).

Τούτων όλων λεχθέντων, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι βεβαίως και τα Ελληνικά έχουν πάρα πολλές λέξεις που δεν μεταφράζονται εύκολα σε αλλες γλώσσες.
Το πιο τετριμμένο παράδειγμα είναι το "φιλότιμο". Αλλά η προσωπική μου προτίμηση είναι η λέξη "έρωτας" και τα παράγωγά της. Είναι αδιανόητο που ούτε τα Αγγλικά ούτε τα Γαλλικά δεν έχουν αντίστοιχη λέξη (για τις άλλες γλώσσες δεν ξέρω)

10.3.11

«Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη»-Τσιφόρος

Παραθέτω το διάλογο μιας από τις πιο καλογραμμένες και καλοπαιγμένες σκηνές του παλιού Ελληνικού κινηματογράφου: τη σκηνή που ο Αθηνόδωρος Προύσαλης ως ιδιοκτήτης μπουζουξίδικου («κατάστημα το Παλουκάκι») πηγαίνει να εισπράξει το λογαριασμό («τη λυπημένη θλίψη») από την Κατερίνα Γιουλάκη, στο έργο «Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη» (1968), του Ντίνου Δημόπουλου, σε σενάριο των Τσιφόρου-Βασιλειάδη.
Προύσαλης: Μέρα! Ο κύριος Πολυκράτης Σπανός;
Γιουλάκη: Ορίστε, τι θέλετε; Είμαι γυναίκα του.
Προύσαλης: Δε βλέπω το πρόσωπο!
Γιουλάκη: Ναι, αλλά ποιον θέλετε;
Προύσαλης: Ψηλός, όμορφος, βουτυράτος...
Γιουλάκη: Βουτυράτος;
Προύσαλης: Με μια αψηλή, τσιριμπίμ, τσιριμπόμ...
Γαβριηλίδης: Τσιριμπίμ, τσιριμπόμ; Excuse me, μήπως είσαστε από τη Νότια Αφρική;
Προύσαλης: Όχι, από τη Νέα Σμύρνη! Κατάστημα «Το παλουκάκι».
Γαβριηλίδης: Δεν το ξέρω.
Προύσαλης: Καθ΄ όσον δε συχνάζουν φιόγκοι... Μανδάμ! [Της δίνει ένα χαρτί)
Γιουλάκη: Τι ΄ν΄ αυτό;
Προύσαλης: Η λυπημένη θλίψη...
Γιουλάκη: Λογαριασμός;
Προύσαλης: Πώπω, μαδάμ, δουλεύεις με διπλό καρμπυρατέρ!
Γιουλάκη: Δεκαοχτώ χιλιάδες δραχμές λογαριασμός; Καλά, ποιος υπογράφει;
Προύσαλης : Διάβασε το στερόγραφο...
Γιουλάκη: Αντώνιος... Ο Αντώνης;
Προύσαλης: Ουδέν αληθέστερον τούτου...
Γιουλάκη: Ήρθε στο μαγαζί σας και αγόρασε δεκαοχτώ χιλιάδων δραχμών πράγματα;
Προύσαλης: Δεν αγόρασε... Ρήμαξε... Το κατάστημα πουλάει πενιές...
Γαβριηλίδης: Πενιές; Τι είν΄ αυτό;
Προύσαλης: Αναστενάρικες...
Γιουλάκη: Ε, δηλαδή τι έχετε; Κέντρο με μπουζούκια;
Προύσαλης: Είδες τι δυνατή που είναι στο σταυρόλεξο;
Γιουλάκη: Κι ήρθε ο Αντώνης κι έκανε δεκαοχτώ χιλιάδων λογαριασμό;
Προύσαλης : Με την αψηλή...
Γιουλάκη: Καλά, τι ήπιανε;
Προύσαλης: Δεν ήπιανε...
Γιουλάκη: Ε, τότε;
Προύσαλης: Ζύγισις, προσοχή, ανάπαυσις... Μπαίνουνε τρεις.
Το πρόσωπο που υπόγραψε, η τσιριμπίμ τσιριμπόμ κι ένας άλλος...
Γιουλάκη: Κοντός;
Προύσαλης: Στην αρχή δεν ήτανε. Ύστερα τον κοντύνανε...
Γαβριηλίδης: Λοιπόν;
Προύσαλης: Εσύ μη λες τίποτα. Μυρίζεις απίγανο...
Λοιπόν, στην αρχή καλά τα παγαίνανε. Και δεν ξέρω πως, σηκώνεται η αψηλή και βαράει μια στράκα σ΄ έναν στη διπλανή παρέα. Και ποιον διάλεξε να βαρέσει;
Το Λεωνίδα το Μολυβάτο... Άκου δηλαδή εκλογή!
Γιουλάκη: Και δηλαδή αρπαχτήκανε;
Προύσαλης: Ε, δηλαδή, τι θα κάνανε; Θα κανελώνανε το ρυζόγαλο;

3.3.11

Nizam-od-Din Obayd-i Zakani. Λεξικό

O Nizam-od-Din Obayd-i Zakani ήταν Πέρσης σατιρικός ποιητής που έζησε τον 14ο αιώνα.
Ανάμεσα στα έργα του ήταν και ένα Λεξικό Κοινωνικών Όρων, κάτι παρόμοιο με το το λεξικό που δημοσίευσε ο Αμβρόσιος Πηρς (αλλά μετά θάνατον και ο Φλωμπέρ).

Ακολουθούν οι ορισμοί κάποιων λέξεων από το λεξικό:



ΚΟΣΜΟΣ: Ένα μέρος όπου κανένα πλάσμα ποτέ δεν ξαποσταίνει.
ΣΟΦΟΣ:  Αυτός που ζει ελεύθερος από τον κόσμο κι από τους ανθρώπους.
ΤΕΛΕΙΟΣ: Αυτός που ποτέ δεν αναστατώνεται ούτε από λύπη ούτε από ευτυχία
ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ: Αυτός που αγωνίζεται για το καλό των άλλων.
ΣΚΕΨΗ: Αυτό που χωρίς λόγο αρρωσταίνει τους ανθρώπους
ΜΟΡΦΩΜΕΝΟΣ: Αυτός που δεν ξέρει πώς να ζει
ΑΔΑΗΣ: Αυτός που έχει λεφτά και υγεία
ΓΝΩΣΤΗΣ: Αυτός που δεν έχει λεφτά ούτε υγεία
ΚΑΚΟΣ: Πλούσιος
ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΣ: Αυτός που επιδιώκει τη γνώση
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ο αρχηγός των αποτυχημένων
ΣΥΝΤΑΞΗ: Αυτό που δεν θα πληρωθεί ποτέ
ΦΥΛΑΚΑΣ: Αυτός που κλέβει τους ανθρώπους τη νύχτα και τους ζητάει αμοιβή την ημέρα
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Κάποιος που βρίζεται συνέχεια από τους ανθρώπους