14.4.15

Τάλιρο: Ετυμολογία, ιστορία και διάφορα άλλα

Η λέξη τάλιρο ή (παλιότερα) τάλληρον και τάλαρο δεν είναι ελληνική. Ιδού η ιστορία  της.

Ρίζα της είναι η γερμανική λέξη Thal που σημαίνει κοιλάδα.

Τον 16ο αιώνα, στην κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ στη Βοημία υπήρχαν πλούσια κοιτάσματα αργύρου. Το μέρος ανήκει σήμερα στην Τσεχία, αλλά τον 16ο αιώνα ήταν μέρος της  Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας  και ονομαζόταν Joachimsthal.

Στα τέλη του 15ου αιώνα, σε μια εποχή οικονομικής δυσπραγίας  και έλλειψης χρυσού,  υπήρχε κάτι σαν μόδα για ασημένια νομίσματα στην Κεντρική Ευρώπη. Κάποια τέτοια  νομίσματα πρωτοκυκλοφόρησαν εκεί το 1474 αλλά η προσφορά  δεν μπορούσε να καλύψει τη ζήτηση. Εκμεταλλευόμενοι αυτήν την τάση και την ύπαρξη ορυχείων ασημιού στην περιοχή τους, οι τοπικοί ηγεμόνες της Βοημίας, το 1518, έκοψαν ένα  ασημένιο νόμισμα το οποίο ονομάστηκε Joachimsthaler.
Κάθε κρατίδιο της Γερμανίας τότε είχε το δικό του νόμισμα αλλά το βοημικό νόμισμα είχε το πλεονέκτημα ότι στηριζόταν σε μεγάλα αποθέματα αργύρου. Αυτό εξασφάλιζε την ποιότητα του (=περιεκτικότητα σε ασήμι) και την μεγάλη παραγωγή.


Την εποχή εκείνη, η ονομαστική αξία των νομισμάτων αντιπροσώπευε την πραγματική αξία του πολύτιμου μετάλλου (χρυσού ή αργύρου) που περιείχαν. Η χρήση άλλων μετάλλων στα νομίσματα και η αποσύνδεση από την πραγματική αξία  έγινε μετά τα μέσα του 19ου αιώνα.

Μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα το Joachimsthaler, με τη συντομευμένη ονομασία Thaler, είχε γίνει το κυρίαρχο νόμισμα στις εμπορικές συναλλαγές στη Γερμανία και σε όλη την Ευρώπη.  Ένας από τους λόγους της επιτυχίας ήταν η πλούσια και σταθερή περιεκτικότητα σε ασήμι. Ο βασικός όμως λόγος ήταν ότι υπήρχε η δυνατότητα για παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων.

Στην Ολλανδία ονομάστηκε daalder  και χρησιμοποιήθηκε στην Νέα Ολλανδία (σημερινή Νέα Υόρκη)  από όπου διαδόθηκε σε όλες τις αποικίες της Βόρειας Αμερικής σαν dollar, διακόσια χρόνια πριν την καθιέρωση του Δολαρίου σαν επίσημου νομίσματος των ΗΠΑ.

Το Thaler έγινε το επίσημο -πρακτικά- νόμισμα και στην Ιταλία όπου πέρασε σαν tallero.

Από την Ιταλία πέρασε και στην Ελλάδα ως «Τάλερο» και «Τάλαρο». Στην καθαρεύουσα ήταν «τάλληρον» και με τη νέα ορθογραφία «τάλιρο». Υπήρξε και εδώ πολύ διαδεδομένο, ειδικά όταν απαγορεύτηκε δια νόμου επί Όθωνος η χρήση Οθωμανικών νομισμάτων.

Το 1833, όταν δημιουργήθηκε η Δραχμή (σε αντικατάσταση του Φοίνικα), η αξία της αντιστοιχούσε στο ένα πέμπτο του τάλιρου.
Πράγμα που σημαίνει: πέντε δραχμές ίσον ένα τάλιρο.

Έτσι καθιερώθηκε ο όρος τάλιρο που επιβίωσε σε όλη τη διάρκεια ζωής της δραχμής (1833-2002) και διατηρείται και σήμερα για το πεντάευρο.

Το τάλιρο ως «τάλαρο» έχει εμφατική παρουσία σε ένα σημαντικό έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το διήγημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη
«Η τιμή και το χρήμα» του 1914.
Στο έργο αυτό ο άξονας της ιστορίας είναι τα τάλαρα που πρέπει να δοθούν ως προίκα, ενώ η φράση «ανάθεμά τα τα τάλαρα!» επαναλαμβάνεται σε διάφορα σημεία σαν επωδός. Σημειωτέον ότι το διήγημα έγινε τηλεοπτικό σήριαλ της Τ. Μαρκετάκη (1984) με τον τίτλο «Η τιμή της αγάπης».


Ο Ανδρέας Λασκαράτος δίνει μια δική του χιουμοριστική εκδοχή της ετυμολογίας της λέξης στο ποίημα  ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΤΑΛΑΡΑ ΤΑ ΛΕΝΕ ΤΑΛΑΡΑ.

Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος έχει ως εξής:

Ως τόσο, ο Διάολος ήτανε φευγάτος,
κι επήαινε τραγουδώντας τα - λα - ρα.
κι ο Άδης ανάβλυαζε, χαρά γιομάτος,
κι ετραγούδα όλη μέρα: τα- λα- ρα!
Κι από ᾽κειό το τραγούδι τα, λα, ρα,
είπαν του εγκλήματος το σώμα: Τάλαρα!

Χιούμορ μιας άλλης εποχής, βεβαίως. Ολόκληρο το ποίημα μπορείτε να το βρείτε εδώ.