27.5.10

Γεώργιος Σουρής. Τρία ποιήματα

Ο Γώργιος Σουρής (1853-1919). Μια ανεπανάληπτη μορφή που δέσποσε στα ελληνικά πράγματα στο τέλος του 19ου-αρχές 20ου αιώνα . Από το 1883 μέχρι σχεδόν το θάνατό του εξέδιδε -εντελώς μόνος- την εφημερίδα Ρωμηός. Η οποία σημειωτέον ήταν εξ ολοκλήρου έμμετρη (ακόμα και οι μικρές αγγελίες ήταν έμμετρες!)
Ο χαρακτηρισμός που αποδίδει καλύτερα το έργο του είναι "σατιρικός ποιητής" αν και σίγουρα δεν ήταν μόνο αυτό. Τον παρομοίαζαν στην εποχή του -καθόλου άδικα- με τον Αριστοφάνη.
Παραθέτω τρία ποιήματα:
Με το πρώτο ζωγραφίζει τον εαυτό του:
Η Ζωγραφιά Μου
Μπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.
Κούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.
Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.
Μακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σα το Χριστό.
Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ' αυτά.
Μούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σα πεθαμένη.
Κανένα χρώμα
δε της ταιριάζει
και τώρ' ακόμα
βαφές αλλάζει.
Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.

Και ένα εντελώς επίκαιρο  που έχει γίνει και διαδικτυακώς δημοφιλές:
Ποιὸς εἶδε κράτος λιγοστὸ
σ᾿ ὅλη τὴ γῆ μοναδικό,
ἑκατὸ νὰ ἐξοδεύῃ
καὶ πενήντα νὰ μαζεύῃ;
Νὰ τρέφῃ ὅλους τους ἀργούς,
νἄχῃ ἑπτὰ Πρωθυπουργούς,
ταμεῖο δίχως χρήματα
καὶ δόξης τόσα μνήματα;
Νἄχῃ κλητῆρες γιὰ φρουρὰ
καὶ νὰ σὲ κλέβουν φανερά,
κι ἐνῷ αὐτοὶ σὲ κλέβουνε
τὸν κλέφτη νὰ γυρεύουνε;

Και ένα τεμπέλικο:
Δεν έχω κέφι γιά δουλειά,
πάλι με δέρνει τεμπελιά
και κάθομαι στο στρώμα...
Βρίσκω το σώμα μου βαρύ
και όλη η γη δε με χωρεί
κι ο ουρανός ακόμα.

Κακό νομίζω το καλό
και βλέπω μία στα χαμηλά
και μία κοιτώ επάνω...
Σ΄ αυτό τον κόσμο τον χαζό
ας ημπορούσα να μη ζω
μα ...δίχως να πεθάνω.